Λέξη: ελπίδα

Σχετικές λέξεις: ελπίδα

ελπίδα πολιτείας δημ. αντωνίου, ελπίδα αποφθέγματα, ελπίδα παντελάκη, ελπίδα για τον πανούλη, ελπίδα πολιτείας, ελπίδα νίνου, ελπίδα μπραουδάκη, ελπίδα για τη μεταμόρφωση, ελπίδα πράμας, ελπίδα παπακοσμά

Συνώνυμα: ελπίδα

προσδοκία, αναμονή, προσμονή

Μεταφράσεις: ελπίδα

ελπίδα στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
hope, expectation, hope of, hopes, hoped

ελπίδα στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
esperar, expectativa, esperanza, espero, esperamos, la esperanza

ελπίδα στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
hoffnung, hoffen, Hoffnung, hoffe

ελπίδα στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
espérer, espoir, espérance, expectative, espère, espérons, espère que

ελπίδα στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
speranza, sperare, spero, speriamo, la speranza

ελπίδα στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
buzina, esperar, esperança, espero, esperamos, espero que

ελπίδα στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
hoop, verwachting, hopen, hoop dat, hopen dat, verwachten

ελπίδα στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
уповать, надеяться, лощина, полагаться, чаяние, рассчитывать, чаять, надежда, ожидание, ущелье, упование, надеюсь, надеемся

ελπίδα στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
håp, håpe, håper, håper at

ελπίδα στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
förhoppning, hoppas, hoppas att, hopp, hoppas på

ελπίδα στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
toivoa, toive, toivo, toivon, toivottavasti, toivomme

ελπίδα στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
håbe, håb, håber

ελπίδα στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
doufat, naděje, doufám

ελπίδα στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
spodziewać, nadzieja, mieć nadzieję, nadzieję

ελπίδα στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
remény, remélem, reméljük

ελπίδα στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
ummak, umut, umuyoruz, umuyorum, umarım, istiyoruz

ελπίδα στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
лощина, сподіватися, ущелину, уповати, ущелина, сподіватись, надіятися, Сподіватимемося

ελπίδα στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
shpresoj, shpresojmë, shpresoj se, shpresojnë, shpresojmë që

ελπίδα στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
надежда, надявам се, се надявам, се надяваме

ελπίδα στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
спадзявацца, надеяться

ελπίδα στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
lootma, lootus, loodan, loodame

ελπίδα στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
nada, ufanje, nadam, nadati, se nadam, nadam se

ελπίδα στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
vona, eftirvænting, von, vona að, vonum, vonumst

ελπίδα στα λατινικά

Λεξικό:
λατινικά
Μεταφράσεις:
spes, spero

ελπίδα στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
tikėtis, viltis, tikimės, tikiuosi

ελπίδα στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
cerība, cerēt, ceru, ceram

ελπίδα στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
се надевам, надевам, се надеваме, надевам дека, надеваме

ελπίδα στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
spera, speranţă, speranță, sperăm, sper, speranța

ελπίδα στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
upati, upamo, upam

ελπίδα στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
dúfať, nádeje, nádej

Στατιστικά δημοτικότητας: ελπίδα

Τυχαίες λέξεις