Λέξη: δήθεν

Σχετικές λέξεις: δήθεν

δήθεν συνωνυμα, δήθεν συνώνυμο, δήθεν english, δήθεν αγγλικά, δήθεν φίλοι, δήθεν ανέκδοτα, δήθεν άγιο φως, δήθεν άνθρωποι, δήθεν στα αγγλικα, δήθεν ανέκδοτο

Συνώνυμα: δήθεν

φαινομενικά, δήθεν, ομολογουμένως, κατ' ιδίαν

Μεταφράσεις: δήθεν

αγγλικά
supposed, ostensible


ισπανικά
presunto, putativo, supuesto

γερμανικά
vordergründig, angeblich, unterstellt, vermeintlich, vermutete

γαλλικά
supposé, feint, supposée, supposâmes, supposer, ...

ιταλικά
apparentemente, apparenza, in apparenza, apparente, ostentatamente

πορτογαλικά
ostensivamente, aparentemente, ostensibly, supostamente, ostensiva

ολλανδικά
ogenschijnlijk, schijnbaar, zogenaamd, die ogenschijnlijk

ρωσικά
предполагаемый, мнимый, явный, очевидный, показной

νορβηγικά
tilsynelatende, angivelig, tilsynelatende for, angivelig for, ostensibly

σουηδικά
skenbart, synes, till synes, skenbart för, ostensibly

φινλανδικά
kaavailtu, muka, odotetaan

δανικά
angiveligt, tilsyneladende, angiveligt for, tilsyneladende er, der tilsyneladende

τσεχικά
údajný, zdánlivý, předpokládaný, domnělý

πολωνικά
domniemany, wirtualny, rzekomy, przypuszczalny

ουγγρικά
látszólag, állítólag, a látszólag, állítólagosan, látszólagosan

τούρκικα
görünüşte, görünürde, sözde

ουκρανικά
допускається, гаданий, показною, очевидний, передбачуваний, ...

αλβανικά
gjoja, gjoja për, dukje, në dukje, gjoja të

βουλγαρικά
уж, привидно, уж за, пръв поглед, на пръв поглед

λευκορωσικά
нібыта, нібы, быццам бы, быццам

εσθονικά
nähtav

κροατικά
okoštati, navodni

ισλανδικά
ostensibly, í orði kveðnu, orði kveðnu, sem ostensibly

λιθουανικά
neva, tariamai, kuri tariamai

λετονικά
šķietami, it, it kā, kas šķietami

σλαβομακεδονικά
навидум, наводно, божем, наводно за

ρουμανικά
presupus

σλοβενικά
navidezno, dozdevno, domnevno, navidez, na videz

σλοβακικά
údajný

Στατιστικά δημοτικότητας: δήθεν

Τυχαίες λέξεις