Λέξη: διαφημίζω

Σχετικές λέξεις: διαφημίζω

διαφημίζω αγγλικά, διαφημίζω τον εαυτό μου, διαφημίζω στα αγγλικα, διαφημίζω τον τόπο μου, διαφημίζω συνώνυμα

Συνώνυμα: διαφημίζω

αγγέλω δημόσια, διαφημίζω, εξυμώω, διακοσμώ, φέρω εις δημοσιότητα

Μεταφράσεις: διαφημίζω

αγγλικά
advertise


ισπανικά
anunciar

γερμανικά
werben, anzeigen, inserieren

γαλλικά
proclamer, dénoncer, communiquer, afficher, aviser, ...

ιταλικά
annunziare

πορτογαλικά
anunciar

ολλανδικά
verspreiden, aandienen, adverteren, aankondigen

ρωσικά
уведомить, оповестить, сообщать, объявлять, оповещать, ...

νορβηγικά
reklamere, kunngjøre

σουηδικά
annonsera

φινλανδικά
mainostaa

δανικά
avertere

τσεχικά
plakátovat, oznámit, vyhlásit

πολωνικά
zawiadamiać, anonsować, reklamować, obwieszczać, sugerować, ...

ουγγρικά
hirdet, hirdetni, reklámozni, hirdethetek, reklámozzák

τούρκικα
duyurmak, reklam, tanıtımı, reklamını, ilan

ουκρανικά
повідомити, повідомляти, оголошувати, оповістити

αλβανικά
reklamoni, reklamuar, të reklamuar, reklamojnë, ofruar

βουλγαρικά
рекламирам, рекламирате, рекламират, реклама на, рекламира

λευκορωσικά
абвяшчаць

εσθονικά
reklaamima, kuulutama

κροατικά
oglašavati, oglasiti

ισλανδικά
auglýsa

λιθουανικά
reklamuoti

λετονικά
reklamēt

σλαβομακεδονικά
рекламирате, рекламирање, рекламирање на, рекламирам, рекламираат

ρουμανικά
face publicitate, publicitate, reclama, faceți publicitate, a face publicitate

σλοβενικά
oglaševanje, oglašujejo, oglaševati, oglašuje, oglašujete

σλοβακικά
inzerovať, Reklamujte, robiť reklamu

Τυχαίες λέξεις