Εγκρίνω στα τούρκικα
Μετάφραση: εγκρίνω, Λεξικό: ελληνικά » τούρκικα
Αρχική γλώσσα:
ελληνικά
Τελική γλώσσα:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
onaylamak, onaylaması, onaylama, onaylanması, onaylar
Άλλες γλώσσες
Σχετικές λέξεις: εγκρίνω
εγκρίνω χρόνοι, εγκρίνω κλίση, εγκρίνω χρονικη αντικατασταση, εγκρίνω μετάφραση, εγκρίνω english, εγκρίνω λεξικό γλώσσας τούρκικα, εγκρίνω στα τούρκικα
Μεταφράσεις
- εγκοπή στα τούρκικα - çentik, notch, sınıf, seviye, birinci sınıf
- εγκράτεια στα τούρκικα - perhiz, ölçülülük, temperance, ılımlılık, ölçülü olmak, itidal
- εγκρατής στα τούρκικα - kanaatkâr, abstinent, sigara içmeden, az yiyip içen, kaçınanım
- εγκυμοσύνη στα τούρκικα - gebelik, hamilelik, gebeliğin, gebeliğe, hamile
Τυχαίες λέξεις
Εγκρίνω στα τούρκικα - Λεξικό: ελληνικά » τούρκικα
Μεταφράσεις: onaylamak, onaylaması, onaylama, onaylanması, onaylar
Μεταφράσεις: onaylamak, onaylaması, onaylama, onaylanması, onaylar