Λέξη: εξερευνώ

Σχετικές λέξεις: εξερευνώ

εξερευνώ το ανθρώπινο σώμα, εξερευνώ την πόλη μου, εξερευνώ το ανθρώπινο σώμα free download, εξερευνώ συνώνυμα, εξερευνώ την επιστήμη, εξερευνώ το ανθρώπινο σώμα download, εξερευνώ τον κόσμο

Συνώνυμα: εξερευνώ

εξερευνώ, διερευνώ

Μεταφράσεις: εξερευνώ

αγγλικά
probe, explore, reconnoitre


ισπανικά
tienta, sondear, sonda

γερμανικά
sonde, tastkopf, probe, untersucher, erforschen, ...

γαλλικά
scrutent, sondez, explorent, scruter, sonder, ...

ιταλικά
esaminare, sonda, esplorare

πορτογαλικά
explorar, investigar, buscar, escavar, pesquisar, ...

ολλανδικά
verkennen, vorsen, onderzoeken, uitzoeken, exploreren, ...

ρωσικά
разведывать, изучать, производить, зонд, выучить, ...

νορβηγικά
sonde, utforske

σουηδικά
undersöka, sondera

φινλανδικά
luotain, hapuilla, tilittää, urkkia, tutkain, ...

δανικά
undersøge

τσεχικά
zjišťovat, vyšetřit, prozkoumat, pátrat, zkoumat, ...

πολωνικά
wzór, sonda, próbnik, próbka, rozpoznawać, ...

ουγγρικά
minta

τούρκικα
sonda

ουκρανικά
з'ясовувати, вивчати, виясняти, доказово, розвідувати

αλβανικά
shqyrtuar, eksploruar, të eksploruar, eksplorojë, eksplorojnë

βουλγαρικά
изследвам, проучвате, проучи, изследва, изследват

λευκορωσικά
даследаваць, дасьледаваць

εσθονικά
uurima, sond

κροατικά
sonde, istraživati, ispipavati, sonda, uhoditi, ...

ισλανδικά
kanna, skoða, að kanna, kannað, rannsaka

λατινικά
rimor

λιθουανικά
ištirti, pradėti pažintį, pradėti pažintį su, pažintį, pažintį su

λετονικά
izpētīt, izpētītu, sākt, atklāt, pētīt

σλαβομακεδονικά
истражуваат, се истражуваат, истражуваме, истражува, истражување

ρουμανικά
explora, explorați, a explora, exploreze, descoperi

σλοβενικά
sonda

σλοβακικά
sonda

Τυχαίες λέξεις