Λέξη: θερίζω

Σχετικές λέξεις: θερίζω

θερίζω english, θερίζω σημασία

Συνώνυμα: θερίζω

θερίζω, δρέπω, αναφαίνομαι, καλλιεργώ, περικόπτω, βοσκώ, τρυγώ

Μεταφράσεις: θερίζω

αγγλικά
harvest, reap, mow


ισπανικά
segar, cosecha, recolectar, cosechar, recolección, ...

γερμανικά
ernteertrag, herbst, ernten, mähen, heuboden, ...

γαλλικά
réunir, recueillir, récolte, tailler, couper, ...

ιταλικά
raccolta, mietere, raccogliere, messe, raccolto, ...

πορτογαλικά
áspero, colheitas, ceifar, colher, reanimar, ...

ολλανδικά
maaien, zichten, oogst, oogsten, gewas, ...

ρωσικά
косить, выжинать, сбор, обжинать, уборка, ...

νορβηγικά
meie, klippe, grøde, høst, høste, ...

σουηδικά
gröda, skörd, slå, meja, skörda

φινλανδικά
laiho, niittää, sato, viljankorjuu, korjata sato, ...

δανικά
afgrøde, høste, høst

τσεχικά
pokosit, úroda, nasbírat, žnout, posekat, ...

πολωνικά
wykosić, żniwo, plon, dożynki, kosić, ...

ουγγρικά
betakarítás

τούρκικα
ürün, hasat, biçmek

ουκρανικά
зворушливість, врожай, урожай, жнива

αλβανικά
korr

βουλγαρικά
жътва, гримаса, урожай

λευκορωσικά
жнива

εσθονικά
saaki, saak, lõikama, niitma

κροατικά
hambar, žetva, pokositi, skupljati, kositi, ...

ισλανδικά
mow, að mow

λιθουανικά
derlius

λετονικά
pļauja, raža, kultūra

σλαβομακεδονικά
жетвата

ρουμανικά
recoltă, secera

σλοβενικά
žetev, nabirat, posekat

σλοβακικά
kosiť, sekať, kosi, kosenie

Τυχαίες λέξεις