Λέξη: συμπληρωματικός

Σχετικές λέξεις: συμπληρωματικός

συμπληρωματικός φόρος 3, συμπληρωματικός φόρος μισθωμάτων 2014, συμπληρωματικός φόρος στο εισόδημα από ακίνητα, συμπληρωματικός φόρος μισθωμάτων, συμπληρωματικός φόρος ακινήτων, συμπληρωματικός φόρος ενάμισι τοις εκατό (1 5 ) ή τρία τοις εκατό (3 ) από ακίνητα, συμπληρωματικός φόρος μισθωμάτων 2013, συμπληρωματικός φόρος μισθωμάτων 2012, συμπληρωματικός φόρος ακινήτων 2014, συμπληρωματικός φόρος

Συνώνυμα: συμπληρωματικός

βοηθητικός, έμμεσος, παράλληλος

Μεταφράσεις: συμπληρωματικός

συμπληρωματικός στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
supplementary, complementary, supplemental, additional, complementary to

συμπληρωματικός στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
suplementario, adicional, complementario, complementaria, complementarios, complementarias, complementariedad

συμπληρωματικός στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
zusätzlich, ergänzende, nachträglich, komplementär, ergänzend, komplementären, komplementäre

συμπληρωματικός στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
supplémentaire, auxiliaire, additif, compléter, supplément, accessoire, complémentaire, additionnel, complémentaires, complémentarité, complément

συμπληρωματικός στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
aggiuntivo, addizionale, complementare, complementari, complementarità, complementarietà, complemento

συμπληρωματικός στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
suplantar, suplementar, complementar, complementares, complementaridade, complemento

συμπληρωματικός στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
aanvullend, additioneel, supplementair, extra, meer, complementair, aanvullende, complementaire, aanvulling

συμπληρωματικός στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
добавочный, придаточный, дополнительный, вкладной, дополняют, дополняет, взаимодополняющими, дополняют друг друга

συμπληρωματικός στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
komplementær, utfyllende, komplementære, komplementært, supplerende

συμπληρωματικός στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
ytterligare, extra, komplementär, komplementära, komplementärt, kompletterande, kompletterar

συμπληρωματικός στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
oheinen, ylimääräinen, täydentävä, täydentäviä, täydentävää, täydentävän, toisiaan täydentäviä

συμπληρωματικός στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
komplementære, komplementær, supplerende, supplerer, supplement

συμπληρωματικός στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
doplňovací, přídavný, dodatkový, výplňkový, doplňkový, dodatečný, komplementární, doplňují, doplňovat, doplňkové

συμπληρωματικός στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
pomocniczy, dodatkowy, uzupełniający, komplementarne, uzupełniające, uzupełniają, komplementarny

συμπληρωματικός στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
kiegészítő, komplementer, egymást kiegészítő, kiegészítik, kiegészíti

συμπληρωματικός στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
tamamlayıcı, tamamlayan, tamamlayıcı bir, bütünleyici

συμπληρωματικός στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
додатковий, додаткове, додаткову, додаткова, додаткового

συμπληρωματικός στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
plotësues, plotësuese, komplementare, komplementar, plotësojnë

συμπληρωματικός στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
допълнителен, допълващи, допълващ, допълваща, комплементарна

συμπληρωματικός στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
дадатковы, дадатковая, дадатковую

συμπληρωματικός στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
täiendav, täiendavad, täiendavate, täiendava, täiendavat

συμπληρωματικός στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
sporedan, dopunski, komplementarni, komplementarna, komplementarne, komplementaran

συμπληρωματικός στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
Fjölbreyttari, fyllingar, viðbót, til fyllingar, uppbætandi

συμπληρωματικός στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
papildomas, papildo, papildyti, papildytų, papildančios

συμπληρωματικός στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
papildu, papildina, jāpapildina, papildinoši, otru papildina

συμπληρωματικός στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
комплементарни, комплементарна, комплементарен, комплементарните, комплементарно

συμπληρωματικός στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
complementar, complementare, complementară, complementara, completează

συμπληρωματικός στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
dodaten, dopolnjujejo, komplementarna, dopolnilna, dopolnjevati, dopolnilni

συμπληρωματικός στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
dodatkový, komplementárne, komplementárna, doplňujúci, dopĺňajú, komplementárny
Τυχαίες λέξεις