Λέξη: κατασκευάζω

Σχετικές λέξεις: κατασκευάζω

κατασκευάζω σελιδοδείκτες, κατασκευάζω χαρταετό, κατασκευάζω κοσμήματα, κατασκευάζω συνώνυμα, κατασκευάζω θερμοκήπιο, κατασκευάζω κοτέτσι, κατασκευάζω μόνος μου, κατασκευάζω χριστουγεννιάτικες κάρτες, κατασκευάζω σαπούνι, κατασκευάζω χριστουγεννιάτικα στολίδια

Συνώνυμα: κατασκευάζω

παράγω, κατασκευάζω, κτίζω, οικοδομώ, φτιάχνω, χτίζω, επινοώ, κάνω, συνθέτω, καθιστώ, πλάθω, φθάνω, βράζω

Μεταφράσεις: κατασκευάζω

αγγλικά
construct, make, fabricate, manufacture


ισπανικά
producción, fabricar, formar, construir, crear, ...

γερμανικά
eintreffen, marke, anfertigen, machen, erzeugen, ...

γαλλικά
pratiquer, apporter, gagner, enfanter, ériger, ...

ιταλικά
costruire, fare, fabbricazione, produrre, edificare, ...

πορτογαλικά
abranger, instituir, executar, tornar, indústria, ...

ολλανδικά
aanleggen, scheppen, uitvoeren, construeren, vervaardigen, ...

ρωσικά
сорт, подделывать, зарабатывать, понуждать, намозолить, ...

νορβηγικά
lage, skape, nå, bygge, produsere, ...

σουηδικά
komponera, producera, dana, alstra, bygga, ...

φινλανδικά
rakentaa, tuottaa, siistiä, aikaansaada, keksiä, ...

δανικά
fabrikere, fremstille, konstruere, producere, bygge

τσεχικά
padělat, vytvořit, donucovat, sestrojit, tvořit, ...

πολωνικά
nawiązywanie, sprawianie, wygłoszenie, wymyślać, formułować, ...

ουγγρικά
márka, gyártmány

τούρκικα
yapmak, üretmek, ulaşmak, imal, marka, ...

ουκρανικά
придумувати, майстерна, вигадувати, вироблятися, творити, ...

αλβανικά
koncepti, ndërtoj, formoj, konstruktoj, bëj, ...

βουλγαρικά
делата, промишленост

λευκορωσικά
прынасiць, прыходзiць, рабiць, штурхаць, адбыцца, ...

εσθονικά
panema, tootma, koostama, tegema, tootmine, ...

κροατικά
konstruirati, konstrukt, napravila, fabrikat, postati, ...

ισλανδικά
framleiðsla, gerð, framleiða, búa, gera

λατινικά
fabrica, efficio, texo

λιθουανικά
modelis, pramonė, idėja, gaminti, sąvoka, ...

λετονικά
fasons, sasniegt, montēt, būvēt, industrija, ...

σλαβομακεδονικά
концепт, индустрија

ρουμανικά
crea, marcă, industrie, construi, fabricare, ...

σλοβενικά
tovarna, postavit, graditi, narediti

σλοβακικά
robiť, výroba

Τυχαίες λέξεις