Λέξη: μορφή

Σχετικές λέξεις: μορφή

μορφή ποιήματος, μορφή apa, μορφή επιστολής, μορφή συνώνυμο, μορφή ερωτηματολογίου, μορφή iban, μορφή του απεικονίζεται στην ελληνική έκδοση του κέρματος αξίας 50 λεπτών του ευρώ, μορφή ψηφοδελτίου, μορφή europass, μορφή θησείο

Συνώνυμα: μορφή

μορφή, φόρμα, έντυπο υπόδειγμα, τρόπος, τύπος, σχήμα, εικόνα, αριθμός, φιγούρα, ψηφίο, ματιά, βλέμμα, όψη, ύφος, δυσφήμηση, επιτίμηση, κτύπημα, ελάχιστο τι, κατηγορία

Μεταφράσεις: μορφή

αγγλικά
form


ισπανικά
impreso, suerte, hechura, forma, laya, ...

γερμανικά
formblatt, gestalt, gattung, sorte, art, ...

γαλλικά
fiche, formalité, classe, sorte, banc, ...

ιταλικά
sorta, modulo, forma, genere, classe, ...

πορτογαλικά
qualidade, jaez, modelar, espécie, género, ...

ολλανδικά
aard, gedaante, slag, vormen, formeren, ...

ρωσικά
образ, выражение, основывать, составляться, нора, ...

νορβηγικά
formular, skikkelse, skjema, blankett, slag, ...

σουηδικά
sortera, art, skepnad, form, formulär, ...

φινλανδικά
lomake, asu, muotoilla, luokka, laji, ...

δανικά
formular, klasse, skema, slags, form, ...

τσεχικά
formovat, tvořit, typ, způsob, zformovat, ...

πολωνικά
formularz, wchodzić, sformować, samopoczucie, rodzaj, ...

ουγγρικά
forma, osztály

τούρκικα
biçim, kalıp, şekil, sınıf, tür, ...

ουκρανικά
вислів, форма, стати, сформувати, вираження

αλβανικά
klasë, formoj, lloj

βουλγαρικά
форма, формуляр, формуляр за, формата, вид

λευκορωσικά
форма

εσθονικά
moodustama, kuju, klass

κροατικά
tvoriti, ustanoviti, oblik, potvrda, model

ισλανδικά
form

λιθουανικά
klasė, rūšis, sudaryti, blankas, anketa

λετονικά
klase, šķirne, anketa, suga

σλαβομακεδονικά
форма, вид, образец, формата, облик

ρουμανικά
formular, fel, clasă, formă

σλοβενικά
tvorit, povha

σλοβακικά
povaha, tvar

Στατιστικά δημοτικότητας: μορφή

Τυχαίες λέξεις