Λέξη: ομαλά

Σχετικές λέξεις: ομαλά

ομαλά μεταφραση, ομαλά ρήματα αρχαίων, ομαλά συνώνυμο, ομαλά αιμαγγειώματα, ομαλά επιταχυνόμενη κίνηση, ομαλά κεφαλονιά, ομαλά μεταβαλλόμενη κίνηση, ομαλά ρήματα, ομαλά επιβραδυνόμενη κίνηση

Συνώνυμα: ομαλά

μηχανισμός ωρολογιού, ομαλά

Μεταφράσεις: ομαλά

αγγλικά
smoothly


ισπανικά
fácilmente

γερμανικά
ruhig, weich

γαλλικά
facilement, doucement

ιταλικά
facilmente

πορτογαλικά
normalmente, geralmente, normal

ολλανδικά
normaal, normaliter, normaal gesproken, doorgaans, gewoonlijk

ρωσικά
гладко, безотказно

νορβηγικά
normalt, vanligvis, Blir normalt, som normalt, vanlig

σουηδικά
normalt, vanligtvis, som normalt, vanligen, regel

φινλανδικά
sujuvasti, vaivatta, kitkattomasti

δανικά
normalt, der normalt, normalt er, normal, sædvanligvis

τσεχικά
hladce

πολωνικά
bezproblemowo, gładko

ουγγρικά
simán, szabályosan, egyenletesen

τούρκικα
normalde, normal, normal olarak, genellikle

ουκρανικά
гладенько

αλβανικά
normalisht, zakonisht, normale

βουλγαρικά
нормално, обикновено, обикновено се, обичайно, принцип

λευκορωσικά
звычайна, правіла, як правіла

εσθονικά
sujuvalt

κροατικά
glatko, ravno

ισλανδικά
venjulega, yfirleitt, jafnaði, að jafnaði, öllu jöfnu

λιθουανικά
paprastai, įprastai, normaliai, paprastai yra

λετονικά
parasti, normāli, parasti ir, kas parasti, ko parasti

σλαβομακεδονικά
нормално, вообичаено, вообичаено се, обично, кои вообичаено

ρουμανικά
în mod normal, mod normal, normal

σλοβενικά
običajno, navadno, normalno, praviloma, ponavadi

σλοβακικά
normálne, bežne, obvykle, zvyčajne, normálnych okolností

Τυχαίες λέξεις