Λέξη: ορδή

Σχετικές λέξεις: ορδή

χρυσή ορδή, ορδή λεξικό, ορδή ετυμολογία, ορδή συνωνυμα, ορδή βικιλεξικο

Συνώνυμα: ορδή

ορδή, στίφος

Μεταφράσεις: ορδή

αγγλικά
horde


ισπανικά
horda, Horde, horda de, multitud, hordas

γερμανικά
horde, rotte, rudel

γαλλικά
foule, nuée, bande, tripotée, troupeau, ...

ιταλικά
orda, torma

πορτογαλικά
horda, Horde, horda de, multidão, da Horda

ολλανδικά
horde, bende

ρωσικά
орава, орда, банда, шайка

νορβηγικά
horde, horde Leve, horden, horder, Hordens

σουηδικά
hord, Horde, horden, horder

φινλανδικά
lauma, parvi, joukkio

δανικά
horde, horder, flok, horde af, Hordes

τσεχικά
houf, hejno, horda, zástup, dav, ...

πολωνικά
chmara, tabun, gromada, horda, orda

ουγγρικά
horda

τούρκικα
kalabalık, horde, sürü, horda, göçebe ve ilkel yaşmak

ουκρανικά
орда

αλβανικά
hordhi, turmë, Horde, turmë të, turmë e

βουλγαρικά
орда, Horde, ордата, цяла орда

λευκορωσικά
арда, орда

εσθονικά
hord

κροατικά
horda, horde

ισλανδικά
Horde, hjörð

λιθουανικά
orda, Horde, gauja, Ordos, pulkais

λετονικά
bars, orda, Horde, dzīvot baros

σλαβομακεδονικά
ордата, орда, орди, Horde

ρουμανικά
hoardă

σλοβενικά
horda

σλοβακικά
horda

Τυχαίες λέξεις