Λέξη: πασπαλίζω

Σχετικές λέξεις: πασπαλίζω

πασπαλίζω συνώνυμο

Συνώνυμα: πασπαλίζω

πασπαλίζω, ραντίζω, καταβρέχω, ψιχαλίζω, εκβαθύνω

Μεταφράσεις: πασπαλίζω

αγγλικά
powder, sprinkle


ισπανικά
polvos, rociar, empolvar, regar, polvorear, ...

γερμανικά
zerquetschen, zerdrücken, schießpulver, staub, pulverisieren, ...

γαλλικά
poudrer, répandre, saupoudrer, remblayer, asperger, ...

ιταλικά
polvere, spruzzare, cipria, aspergere

πορτογαλικά
aspergir, pó, primavera, pobreza

ολλανδικά
bepoederen, toiletpoeder, pulver, poeder, gruis

ρωσικά
брызганье, присыпка, окропить, кропить, спрыскивать, ...

νορβηγικά
pulverisere, pulver, pudder

σουηδικά
pulver, puder, stoft, krut, strö, ...

φινλανδικά
pirskottaa, pöly, puru, ruiskuta, jauho, ...

δανικά
krudt, støv, pudder, pulver

τσεχικά
postříkat, kropit, prášek, rozemlít, pokropit, ...

πολωνικά
pył, skrapiać, oblewać, pryskać, polewać, ...

ουγγρικά
szór, locsol, locsolás, megszórjuk, Szórjuk

τούρκικα
barut, toz, pudra

ουκρανικά
злиденний, бризкати, лейка

αλβανικά
pudër

βουλγαρικά
пръскам, поръсвам, ръся, се поръсва

λευκορωσικά
пыл

εσθονικά
puistama, puuder, puuderdama, piserdama, püssirohi

κροατικά
prašak, tucati, barut, prašina, posipati, ...

ισλανδικά
duft

λατινικά
pulvis

λιθουανικά
parakas, milteliai, pudra

λετονικά
šaujampulveris, pūderis, pulveris

σλαβομακεδονικά
барут

ρουμανικά
pudră, praf

σλοβενικά
pokropit, prášek, prah, pur

σλοβακικά
prach

Τυχαίες λέξεις