Λέξη: πρήζω

Σχετικές λέξεις: πρήζω

πρήζω english, πρήζω η πριζω

Συνώνυμα: πρήζω

πρήζω, φουσκώνω, εξογκώνω, παστώνω

Μεταφράσεις: πρήζω

αγγλικά
swell


ισπανικά
hincharse

γερμανικά
seegang, crescendo, aufsprudeln, großartig, anschwellen, ...

γαλλικά
épatant, gandin, grandir, augmenter, sucreries, ...

ιταλικά
enfiare, gonfiare

πορτογαλικά
inchar, inchamento, adoçar, açucarar

ολλανδικά
aanzwellen

ρωσικά
набухнуть, разбухание, выпуклость, набухать, взбухать, ...

νορβηγικά
bloat, oppsvulmet, oppblåst

σουηδικά
svullna, svälla

φινλανδικά
kumpu, paisua, voimistaa, laajeta, aallokko, ...

δανικά
svulme

τσεχικά
přibývat, vzdouvat, nadýmat, nabývat, napuchnout, ...

πολωνικά
nabrzmiewać, olbrzymieć, rozkołys, spęcznienie, narastanie, ...

ουγγρικά
kiemelkedés

τούρκικα
kabartmak, bloat, şişkinlik, şişirmek

ουκρανικά
здіймати, розбухнути, підважувати, пухлину

αλβανικά
ënjtem

βουλγαρικά
издигане

λευκορωσικά
надзімацца, раздуваць, раздзімацца

εσθονικά
punduma, paisuma

κροατικά
nabreknuti

ισλανδικά
uppblásinn

λιθουανικά
pasipūsti, išsipūtimas, išsipūsti, išpampti, brinkti

λετονικά
uzpūsties, žāvēt, uzpūšanās, piepūsties

σλαβομακεδονικά
нередот, од нередот, нередот на

ρουμανικά
umple cu aer, umfla, bloat, umflat, balonare

σλοβενικά
bloat, napenjanja ali napihovanja

σλοβακικά
báječný

Τυχαίες λέξεις