Λέξη: συμβιβασμός

Σχετικές λέξεις: συμβιβασμός

συμβιβασμός ορισμός, συμβιβασμόσ συνώνυμα, συμβιβασμός στη σχέση, συμβιβασμός siemens, συμβιβασμόσ αγγλικά, συμβιβασμός των ιωαννίνων, συμβιβασμός συνώνυμο, συμβιβασμός αποφθέγματα, συμβιβασμός με siemens, συμβιβασμός του λουξεμβούργου

Συνώνυμα: συμβιβασμός

συμβιβασμός, συνδιάλλαξη, κατευνασμός, συμφιλίωση, συνδιαλλαγή

Μεταφράσεις: συμβιβασμός

αγγλικά
compromise


ισπανικά
compromiso

γερμανικά
übereinkunft

γαλλικά
convention, transiger, commettre, compromis, compromettent, ...

ιταλικά
compromesso

πορτογαλικά
comprometer, compromisso

ολλανδικά
compromis

ρωσικά
скомпрометировать, соглашательство, компромисс

νορβηγικά
kompromiss

σουηδικά
kompromettera, kompromiss

φινλανδικά
tinkiä, sovitteluratkaisu, vaarantaa

δανικά
kompromis, kompromiset, kompromisforslag, et kompromis

τσεχικά
ústupek, urovnání, dohoda, kompromis, smír, ...

πολωνικά
skompromitować, ugoda, kompromis, infiltracja, naruszenie, ...

ουγγρικά
kompromisszum, kiegyezés

τούρκικα
uzlaşma

ουκρανικά
мирова, компромісний, компроміс, компрометувати

αλβανικά
kompromis, kompromisi, kompromis i, kompromisit, kompromis të

βουλγαρικά
компромис, компромисно, компромиси, компромисен

λευκορωσικά
кампраміс

εσθονικά
ohustama

κροατικά
nagodba, kompromis, kompromisni

ισλανδικά
málamiðlun, málamiðlun sem

λιθουανικά
kompromisas, kompromisinis, kompromisą, kompromiso

λετονικά
kompromiss

σλαβομακεδονικά
компромис, компромисот, компромисно, компромисен

ρουμανικά
compromis

σλοβενικά
kompromis

σλοβακικά
kompromis

Τυχαίες λέξεις