Λέξη: συναθροίζω

Σχετικές λέξεις: συναθροίζω

συνηθίζω συνώνυμα, συναθροίζω συνώνυμα

Συνώνυμα: συναθροίζω

συναθροίζω, αθροίζω, συναθροίζομαι, συνέρχομαι, συγκαλώ, συνάγω, μαζεύω, συλλέγω, σμίγω, συναντιέμαι, συγκεντρώνω, επιθεωρώ, συναρμολογώ εκ νέου, συναθροίζομαι πάλι

Μεταφράσεις: συναθροίζω

αγγλικά
assemble


ισπανικά
reunirse, montar, juntar, congregar, reunir

γερμανικά
zusammenbauen, zusammenstellen

γαλλικά
réunir, plier, assortir, grouper, assembler, ...

ιταλικά
montare, adunare, radunare

πορτογαλικά
montar, monte

ολλανδικά
bijeenkomen, assembleren, zetten, samenkomen, vergaderen, ...

ρωσικά
созывать, монтировать, собирать, собраться, копиться, ...

νορβηγικά
samle, samles, samler, samle inn, å samle

σουηδικά
montera, samla

φινλανδικά
kerätä, kerääntyä, koostaa, koota, asentaa, ...

δανικά
forsamles

τσεχικά
svolat, složit, shromáždit, smontovat, skládat, ...

πολωνικά
tłumaczyć, zebrać, złożyć, zbierać, grupować, ...

ουγγρικά
gyűjt, gyűjteni, összegyűjteni, összegyűjti, gyűjtsön

τούρκικα
toplamak, araya, bir araya, toplama, toplamaya

ουκρανικά
визбирувати, зберіться, громадити, скупчувати

αλβανικά
mblidhem

βουλγαρικά
събирам, събере, събират, съберат, събера

λευκορωσικά
падымаццa

εσθονικά
kogunema, koostama

κροατικά
sazvati, sastaviti, sklopiti, spojiti

ισλανδικά
safna, að safna, saman, afla, safnast

λατινικά
concieo

λιθουανικά
surinkti

λετονικά
savākt, apkopot, apkopotu, vākt, savāktu

σλαβομακεδονικά
соберат, се соберат, собере, собираат, се собираат

ρουμανικά
aduna, adune, adună, colecta, strânge

σλοβενικά
sestavit

σλοβακικά
zhromaždiť, zozbierať, zhromažďovať, zbierať, získať

Τυχαίες λέξεις