Λέξη: συνετός

Σχετικές λέξεις: συνετός

συνετός συνώνυμα, συνετός έπιπλα, συνετός βικιλεξικο, συνετός διονύσιος, συνετός συνώνυμο, διονύσης συνετός, χρυσόστομοσ συνετόσ, γιώργοσ συνετόσ, ιάσονασ συνετόσ, συνετός παθολόγος

Συνώνυμα: συνετός

συνετός, νουνεχής, φρόνιμος, σοφός, διακριτικός, ευγενικός, εχέμυθος

Μεταφράσεις: συνετός

αγγλικά
judicious, advisable, wise, benevolent


ισπανικά
prudente, discreto, sabio, benévolo, sensato, ...

γερμανικά
ratsam, wohlwollend, karitativ, angebracht, weise, ...

γαλλικά
obligeant, indiqué, expédient, affectueux, judicieux, ...

ιταλικά
assennato, consigliabile, caritatevole, ragionevole, saggio, ...

πορτογαλικά
prudente, julgamento, ajuizado, sensato, aconselhável, ...

ολλανδικά
vroed, verstandig, wijs, raadzaam

ρωσικά
умный, разумный, желательный, замысловатый, рекомендуемый, ...

νορβηγικά
velvillig, klok

σουηδικά
vettig, klok, vis

φινλανδικά
järkevä, aistikas, suopea, suositeltava, harkittu, ...

δανικά
klog, vis

τσεχικά
benevolentní, shovívavý, moudrý, vhodný, dobročinný, ...

πολωνικά
sposób, słuszny, rozumny, celowy, dobrotliwy, ...

ουγγρικά
jótékony, üdvös

τούρκικα
akıllı

ουκρανικά
зичливий, бажаний, благодійницький, мудрості, розсудливий, ...

αλβανικά
i matur, kujdesshme, matur, e kujdesshme, të kujdesshme

βουλγαρικά
мъдър, благоразумния

λευκορωσικά
разважлівы, разумны, разумны мае, а разумны, благаразумны

εσθονικά
arukas, lahke, kaalutud, soovitatav, läbimõeldud

κροατικά
mudrom, izdašan, dobrohotan, razborit, dobronamjernom, ...

ισλανδικά
vís, hygginn

λατινικά
sapiens, prudens

λιθουανικά
įžūlus, išmintingas

λετονικά
bezkaunīgs, gudrs, nekaunīgs

σλαβομακεδονικά
претпазливо, прудентна, прудентно, прудентната, разумната

ρουμανικά
înţelept, impertinent

σλοβενικά
preudarno, preudarne, preudaren, skrbna, preudarna

σλοβακικά
benevolentní, vhodný, múdry, rozumný

Τυχαίες λέξεις