Λέξη: χάρη

Σχετικές λέξεις: χάρη

χάρη θεοχάρη, χάρη οικονομόπουλου, χάρη βαφειά, χάρη κουγιουμτζόπουλο, χάρη βαρθακούρη, χάρη στο facebook συνδέεστε με τους κοντινούς σας ανθρώπους και μοιράζεστε πράγματα μαζί τους, χάρη τεμπερεκίδη, χάρη παπαγεωργίου, χάρη τομπούλογλου, χάρη λεμπιδάκη

Συνώνυμα: χάρη

χατίρι, αιτία, σκοπός, γιαπωνέζικο ποτό, είδος ιαπωνικού ποτού, εύνοια, χατήρι, ευμένεια, εξυπηρέτηση, χάρις, ευλογία, συμφέρο, εξυπνάδα, ωραιότητα, κομψότητα, ωραιότης

Μεταφράσεις: χάρη

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
favour, pardon, grace, sake, favor, thanks, thanks to
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
indulto, perdón, favor, indultar, perdonar, gracia, la gracia, de gracia, gracia de, tolerancia
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
gefälligkeit, verzeihen, amnestie, vergebung, verzeihung, begnadigung, gefallen, gunst, wohlwollen, vergeben, ...
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
complaisance, amnistie, bienveillance, amitié, affection, pardonner, excuser, avantager, miséricorde, service, ...
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
perdonare, remissione, favore, perdono, scusare, venia, grazia, la grazia, di grazia, tolleranza
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
favorito, escusar, favorecer, perdoar, partir, desculpar, favor, indultar, dividir, perdão, ...
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
vergeving, begunstiging, begenadigen, gratie, gunst, pardon, genadigheid, genade, vergiffenis, vergeven, ...
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
содействовать, амнистия, помиловать, фант, помилование, любезность, привязанность, одобрение, одолжение, извинить, ...
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
tilgi, benåde, tilgivelse, velvilje, benådning, unnskylde, tjeneste, nåde, grace, nåden, ...
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
förlåta, amnesti, förlåtelse, nåd, grace, nåden, nådens, nåde
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
armahdus, antaa anteeksi, anteeksianto, armo, palvelus, suosia, anteeksi, armahtaminen, lellitellä, armahtaa, ...
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
benådning, tilgivelse, nåde, Naade, afdragsfri, ynde, grace
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
odpustit, obliba, pomoc, pardonovat, prominout, laskavost, amnestie, prominutí, omilostnit, blahovůle, ...
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
łaska, darować, wybaczenie, przebaczać, przysługa, przebaczenie, odpust, wybaczyć, przepraszam, ułaskawiać, ...
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
kegyelem, türelmi, kegyelme, kegyelmet, a kegyelem
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
affetmek, lütuf, grace, ödemesiz, yetkisiz, yetkisiz kullanım
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
вибачити, фант, вибачати, помилування, милість, сприяти, вибачення, підтримайте, послуга, благодать, ...
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
hir, hiri, hiri i, hiri është, grace
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
амнистия, извинение, грация, елегантност, изящество, милост, благодат
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
благадаць, мілата, ласку, мілату, ласка
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
teene, vabandama, austama, heategu, arm, armu, armust, armus, grace
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
pomoć, pomilovanje, izvinuti, usluga, pogodovati, izvini, korist, milost, milosti, grace, ...
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
greiði, náð, Grace, náðin, náð sé, Veittur
Λεξικό:
λατινικά
Μεταφράσεις:
venia
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
amnestija, malonė, malonės, malonę, lengvatinis
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
piedošana, amnestija, apžēlošana, grācija, žēlastība, žēlastību, grace
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
благодатта, грејс, благодат, милост
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
amnistie, iertare, scuza, poftim, grație, har, harul, harului, de grație
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
milost, odpustit, grace, milosti, milina
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
želať, oblina, pardon, milosť, milosti, milosť v, milosťou

Στατιστικά δημοτικότητας: χάρη

Τυχαίες λέξεις