Λέξη: χειρουργικός

Σχετικές λέξεις: χειρουργικός

χειρουργικός ευνουχισμός, χειρουργικός ιματισμός, χειρουργικός κόμπος, χειρουργικός φωτισμός, χειρουργικός προβολέας, χειρουργικός καθαρισμός, χειρουργικόσ καθαρισμόσ τραύματοσ, χειρουργικός υπέρηχος

Συνώνυμα: χειρουργικός

χειρουργικός, ενεργητικός, εγχειρητικός, εν λειτουργία

Μεταφράσεις: χειρουργικός

αγγλικά
surgical


ισπανικά
quirúrgico, quirúrgica, cirugía, quirúrgicos, quirúrgicas

γερμανικά
chirurgisch

γαλλικά
opérationnel, postopératoire, chirurgie, chirurgical

ιταλικά
chirurgico

πορτογαλικά
cirúrgico, cirurgia

ολλανδικά
chirurgisch

ρωσικά
хирургический

νορβηγικά
kirurgisk, kirurgiske, kirurgi, operasjons, surgical

σουηδικά
kirurgisk

φινλανδικά
kirurginen

δανικά
kirurgisk, kirurgiske, operation, kirurgi

τσεχικά
pooperační, operační, chirurgický

πολωνικά
pooperacyjny, operacyjny, medyczny, chirurgiczny

ουγγρικά
sebészeti, sebészi

τούρκικα
cerrahi, ameliyat, bir cerrahi

ουκρανικά
хірургічний

αλβανικά
kirurgjik

βουλγαρικά
хирургически, хирургична, хирургическа, хирургично, хирургическо

λευκορωσικά
хірургічны

εσθονικά
kirurgiline

κροατικά
kirurško

ισλανδικά
skurðaðgerð, skurðlækninga, skurðlækningum, til skurðlækninga, skurðdeild

λιθουανικά
chirurginis, chirurginė, chirurgijos, chirurginės, chirurginio

λετονικά
ķirurģisks, ķirurģijas, ķirurģiska, ķirurģiskā, ķirurģiskās

σλαβομακεδονικά
хируршки, хируршката, хируршка, хируршките, хируршко

ρουμανικά
chirurgical, chirurgicale, chirurgicala, chirurgicală, chirurgie

σλοβενικά
kirurška, kirurški, kirurške, kirurških, kirurško

σλοβακικά
chirurgický

Τυχαίες λέξεις