Λέξη: άτυπος

Σχετικές λέξεις: άτυπος

άτυπος κοινωνικός έλεγχος, άτυπος διαβήτης, άτυπος σπίλος, άτυπος αυτισμός

Συνώνυμα: άτυπος

παράτυπος, ανεπίσημος

Μεταφράσεις: άτυπος

άτυπος στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
atypical, informal, an informal, unofficial, undocumented

άτυπος στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
atípico, informal, informales, oficioso, estructurado, no estructurado

άτυπος στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
atypisch, informell, ungezwungen, formlos, informellen, informelle

άτυπος στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
atypique, informel, informelle, informels, informelles, officieux

άτυπος στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
atipico, informale, informali, informale di

άτυπος στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
informal, informais, informal de

άτυπος στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
informele, informeel, de informele

άτυπος στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
атипический, нетипичный, неформальный, неофициальный, неофициальная, неформальной, неформальная

άτυπος στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
uformell, uformelle, uformelt

άτυπος στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
informella, informell, informellt

άτυπος στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
epävirallinen, epävirallisen, epävirallisessa, epävirallisia, epävirallista

άτυπος στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
uformel, uformelle, uformelt

άτυπος στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
atypický, neformální, informálního, neformálním, informální, neformálního

άτυπος στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
nietypowy, poronny, atypowy, typowy, nieformalny, nieoficjalny, nieformalne, nieformalna, nieformalnego

άτυπος στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
informális, hivatalos, nem hivatalos, az informális, kötetlen

άτυπος στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
resmi olmayan, gayri, kayıt dışı, gayrı, gayri resmi

άτυπος στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
неформальний, неформального, неформальна

άτυπος στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
joformal, jozyrtar, informale, informal, joformale

άτυπος στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
неформален, неофициален, неформална, неформалната, неформално

άτυπος στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
нефармальны, неафіцыйны, нефармальная, нефармальную

άτυπος στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
ebatüüpiline, mitteametlik, mitteametliku, informaalse, mitteametlikul, mitteametlike

άτυπος στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
netipični, neformalan, neformalna, neformalni, neformalne, neformalno

άτυπος στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
óformlegt, óformleg, óformlega, óformlegur, óformlegu

άτυπος στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
neoficialus, neformalus, neformali, neoficiali, neformalaus

άτυπος στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
neoficiāls, neformāla, neformālā, neoficiāla, neformāls

άτυπος στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
неформален, неформални, неформалните, неформално, неформална

άτυπος στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
neoficial, informală, informal, informale, neoficială

άτυπος στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
neformalno, neformalna, neformalni, neformalne, neuradno

άτυπος στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
atypický, neformálne, neformálnej, neformálny, neformálneho, neformálna
Τυχαίες λέξεις