Λέξη: αλλόκοτος

Σχετικές λέξεις: αλλόκοτος

αλλόκοτος λεξικο, αλλόκοτος συνώνυμα, αλλόκοτος ετυμολογία

Συνώνυμα: αλλόκοτος

παράξενος, αλλόκοτος, εκκεντρικός, εξωτικός, μαγικός, αχαρακτήριστος, ακαθόριστος, μη δυναμωμένος να περιγραφτεί, μη δυναμωμένος να ταξινομηθεί, κομψός, ιδιόρρυθμος, περιττός, αταίριαστος, μόνος, ασυνήθης, ύποπτος, αδιάθετος, μυστηριώδης, φοβισμένος

Μεταφράσεις: αλλόκοτος

αγγλικά
weird, grotesque, uncanny, queer


ισπανικά
grotesco, extraño, sobrenatural, raro, misterioso

γερμανικά
seltsam, schräg, tunte, homo, merkwürdig, ...

γαλλικά
étrange, mystique, fantasque, baroque, extraordinaire, ...

ιταλικά
sospetto, soprannaturale, grottesco, bizzarro, strano, ...

πορτογαλικά
barroco, estranho, bizarro, excêntrico, esquisito, ...

ολλανδικά
vreemdsoortig, bizar, verdacht, raar, wonderlijk, ...

ρωσικά
причудливый, необычный, странный, жуткий, роковой, ...

νορβηγικά
merkelig, rar, underlig, homofil

σουηδικά
udda, besynnerlig, egendomlig, egen, sällsam, ...

φινλανδικά
irvokas, hirtehinen, pilata, yliluonnollinen, kammottava, ...

δανικά
underlig

τσεχικά
podezřelý, neopatrný, záhadný, podivný, nadpřirozený, ...

πολωνικά
dziwa, dziwaczny, cudaczny, niezwykłość, podejrzenie, ...

ουγγρικά
kétes, groteszk, hátborzongató, dilis, gyanús, ...

τούρκικα
acayip, garip

ουκρανικά
королеви, гребля, гротескний, моторошний

αλβανικά
i papërshkrueshëm, papërshkrueshëm, papërshkrueshme, pa ndonjë anë

βουλγαρικά
мъчноопределим, неопределен, невзрачен, невзрачна, невзрачни

λευκορωσικά
несамавіты, недалужны, дробны, нязграбны, непрыкметная

εσθονικά
kummastav, kalatõke, ebaharilik, kahtlane, grotesk

κροατικά
koban, bolestan, groteska, natprirodan, slab, ...

ισλανδικά
kynlegur

λιθουανικά
keistas

λετονικά
dīvains

σλαβομακεδονικά
неопределен

ρουμανικά
caraghios

σλοβενικά
groteskní

σλοβακικά
záhadný, zvláštni, čudný, podivný, divný, ...

Τυχαίες λέξεις