Λέξη: αποδεικνύω

Σχετικές λέξεις: αποδεικνύω

αποδεικνύω λεξικό, αποδεικνύω αρχικοι χρονοι, αναδεικνύω αγγλικα, αποδεικνύω αντωνυμα, αποδεικνύω αοριστος, αποδεικνύω μετάφραση, αποδεικνύω συνώνυμα, αποδεικνύω στα αγγλικα, αποδεικνύω γαλλικα, αποδεικνύω ετυμολογια

Συνώνυμα: αποδεικνύω

αποδεικνύω, δοκιμάζω, επιδεικνύω, κάνω επίδειξη, διαδηλώνω, ιδρύω, εγκαθιστώ, καθιερώνω, καταδεικνύω, βεβαιώνω, στηρίζω, δίνω ουσία σε

Μεταφράσεις: αποδεικνύω

αγγλικά
aver, demonstrate, prove


ισπανικά
presentar, demostrar, evidenciar, pretender, manifestarse, ...

γερμανικά
demonstrieren, probieren, präsentieren, erproben, zeigen, ...

γαλλικά
prouver, examiner, remontrent, démontrons, essayer, ...

ιταλικά
esperimentare, esibire, collaudare, comprovare, dimostrare, ...

πορτογαλικά
comprovar, assinalar, provar, ensaiar, experimentar, ...

ολλανδικά
trachten, voorstellen, presenteren, uitproberen, adstrueren, ...

ρωσικά
доказывать, проявлять, демонстрировать, обосновать, довести, ...

νορβηγικά
forsøke, prøve, demonstrere, bevise, vise, ...

σουηδικά
påvisa, bevisa

φινλανδικά
kokeilla, ilmentää, yrittää, näyttää toteen, koetella, ...

δανικά
teste, bevise, vise

τσεχικά
projevit, demonstrovat, ukázat, dokázat, prokázat, ...

πολωνικά
okazywać, unaoczniać, unaocznić, zapewniać, uwidaczniać, ...

ουγγρικά
bizonyítják, bizonyítani, bizonyítania, bizonyulhat

τούρκικα
denemek, kanıtlamak, görünmek, tanıştırmak, gözükmek

ουκρανικά
продемонструвати, ствердьте, демонструйте, затверджувати, гордо, ...

αλβανικά
mundohem

βουλγαρικά
докаже,, докаже, докажете, докажат, да докаже

λευκορωσικά
даказваць, даводзіць

εσθονικά
näitama, demonstreerima, tõestama

κροατικά
isprobati, demonstrirati, tvrditi, dokazivati, osvjedočiti

ισλανδικά
sanna, að sanna, reynst, reynast, sannað

λατινικά
arguo

λιθουανικά
tikrinti

λετονικά
demonstrēt, pārbaudīt, parādīt, pierādīt

σλαβομακεδονικά
докаже, ја докаже, докажат, се докаже, покаже

ρουμανικά
dovedi, demonstra, prezenta

σλοβενικά
izkazati, ukázat, dokázat

σλοβακικά
dokázať, preukázať, ukázať, dôkaz

Τυχαίες λέξεις