Λέξη: απόκρυψη

Σχετικές λέξεις: απόκρυψη

απόκρυψη αριθμού από κινητό, απόκρυψη αριθμού wind, απόκρυψη κινητό, απόκρυψη αριθμού cosmote, απόκρυψη αριθμού, απόκρυψη hol, απόκρυψη αριθμού forthnet, απόκρυψη αριθμού οτε, απόκρυψη ip, απόκρυψη αριθμού από σταθερό οτε

Συνώνυμα: απόκρυψη

απόκρυψη, αποσιώπηση, κρύψιμο, δαρμός, έκκριση

Μεταφράσεις: απόκρυψη

αγγλικά
suppression, concealment


ισπανικά
represión, supresión

γερμανικά
unterdrückung, mantel, umschlag, geborgenheit, verborgenheit, ...

γαλλικά
couverture, cachette, refoulement, couvercle, dissimulation, ...

ιταλικά
repressione, soppressione

πορτογαλικά
tampa, capa, cobertura

ολλανδικά
deksel, bedekking, omslag, kaft, geheim

ρωσικά
сокрытие, утайка, укрывание, крышка, зажим, ...

νορβηγικά
undertrykkelse

σουηδικά
döljande, hemlighållande, dölja, undanhållande, att dölja

φινλανδικά
tukahdutus, estäminen, tukahduttaminen, alistus, kansi, ...

δανικά
fortielse, hemmeligholdelse, skjule, sløring, at skjule

τσεχικά
úkryt, potlačení, zrušení, maskování, skrývání, ...

πολωνικά
przyduszenie, stłumienie, zatajenie, obezwładnienie, tłumienie, ...

ουγγρικά
elrejtés, elfojtás, eltitkolás

τούρκικα
örtü, kapak

ουκρανικά
утаювання, стримування, придушення, затаювання, маскування, ...

αλβανικά
fshehje, fshehjen, fshehja, fshehjes, fshehjen e

βουλγαρικά
укриване, укриването, прикриване, скриване, скриването

λευκορωσικά
ўтойванне, утойванне

εσθονικά
peidukoht, varjatus, kattevari

κροατικά
prikrivanje, skrivanje, prešućivanje, prikrivanja, skrovište

ισλανδικά
niðurbæling

λιθουανικά
slėpimas, nuslėpimas, nuslėpimo, slepiama, nutylėjimas

λετονικά
slēpšana, noklusēšana, noslēpšana, ieslēpšanas, noklusēt

σλαβομακεδονικά
прикривање, криење, криењето, сокривање, прикриване

ρουμανικά
capac

σλοβενικά
potlačení, utajení

σλοβακικά
utajení, úkryt, ukrytí, potlačení

Στατιστικά δημοτικότητας: απόκρυψη

Τυχαίες λέξεις