Λέξη: δίκη

Σχετικές λέξεις: δίκη

δίκη μάριου παπαγεωργίου, δίκη παπαγεωργόπουλου, δίκη υπεξαίρεσης, δίκη της δευτέρας, δίκη προθέσεων, δίκη παπαγεωργόπουλου σήμερα, δίκη πιστόριους, δίκη της νυρεμβέργης, δίκη στον σκαϊ, δίκη των έξι, η δίκη, δίκη σωκράτη

Συνώνυμα: δίκη

δίκη, δοκιμή, δοκιμασία, εκδίκαση, αγωγή, διαδικασία, δικαστικός αγών, ανάκριση

Μεταφράσεις: δίκη

αγγλικά
trial, lawsuit


ισπανικά
proceso, examen, pleito, ensayo, prueba, ...

γερμανικά
prüfung, versuch, experimentell, klage, untersuchung, ...

γαλλικά
examen, affaire, poursuite, processus, expérience, ...

ιταλικά
procedimento, causa, esame, collaudo, saggio, ...

πορτογαλικά
processo, prova, esforço, trespassar, testes, ...

ολλανδικά
beproeving, probeersel, proef, rechtszaak, proces, ...

ρωσικά
искус, суд, мытарство, искушение, экзамен, ...

νορβηγικά
rettergang, undersøkelse, rettssak, prøve, forsøk

σουηδικά
rättegång, mål, förhör, försök, process, ...

φινλανδικά
tutkimus, oikeusjuttu, koettelemus, koeaika, koetus, ...

δανικά
proces, prøve

τσεχικά
pokus, líčení, soud, zkouška, vyzkoušení, ...

πολωνικά
pozew, próba, rozprawa, badanie, proces, ...

ουγγρικά
próba, tárgyalás, vizsgálat, vizsgálatban, tárgyaláson

τούρκικα
muayene, deneme, test

ουκρανικά
іспит, слушно, випробний, справедливо

αλβανικά
gjyq, gjykim, Gjyqi, gjykimi, gjyqi i

βουλγαρικά
тест

λευκορωσικά
суд

εσθονικά
kohtuasi, protsess, kohtuprotsess, hagi, kohtumenetlus

κροατικά
suđenje, opit, ispitivanje, proces, pokusna, ...

ισλανδικά
hugraun, raun

λατινικά
judicium

λιθουανικά
teismas, bandymas, bandomasis, bandymus, tyrimas

λετονικά
analīze

σλαβομακεδονικά
судењето, судење, судскиот процес, пробен, претрес

ρουμανικά
test

σλοβενικά
proces, sodu

σλοβακικά
líčení, proces

Στατιστικά δημοτικότητας: δίκη

Τυχαίες λέξεις