Λέξη: βίζα

Σχετικές λέξεις: βίζα

βίζα ρωσία, βίζα για αυστραλία, βίζα για ινδία, βίζα για ιράν, βίζα κίνα, βίζα για αμερική, βίζα για κίνα, βίζα για τουρκία, βίζα για καναδά, βίζα για ρωσία κόστος

Συνώνυμα: βίζα

θεώρηση, επικύρωση, θεώρησις διαβατήριου

Μεταφράσεις: βίζα

βίζα στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
visa, a visa, visas, the visa

βίζα στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
visado, visa, visados, visa de, de visado

βίζα στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
visum, sichtvermerk, Visum, visa, Visums

βίζα στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
visa, visas, de visa, visa de, des visas

βίζα στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
visto, Visa, del visto, di visto, dei visti

βίζα στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
vírus, visto, Visa, vistos, de visto, visto de

βίζα στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
visum, Visa, een visum, visumplicht

βίζα στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
виза, визировать, завизировать, визы, визу, визовая, визового

βίζα στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
visum, visa, Vis

βίζα στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
visum, viserings, visering, viseringen

βίζα στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
Visa, viisumin, viisumi, viisumia, viisumien

βίζα στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
visum, visa, visummet, visum til

βίζα στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
vízum, víza, visa, vízová, vízového

βίζα στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
wiza, wizować, wizy, visa, wizę, wizowych

βίζα στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
vízum, vízumot, vízummal, visa, vízumkérelmek

βίζα στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
vize, Visa, vizesi, vizesiz

βίζα στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
партнер, віза, Виза

βίζα στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
vizë, vizave, viza, të vizave, i vizave

βίζα στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
виза, визовия режим, визовия, на визовия режим, визова

βίζα στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
віза, візу

βίζα στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
viisa, viseerima, viisat, viisade, viisarežiimi, viisanõude

βίζα στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
viza, Visa, vizu, viznog, viznog režima

βίζα στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
vegabréfsáritun, Visa, vegabréfsáritanir, áritun, um vegabréfsáritanir

βίζα στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
viza, vizų, vizos, vizą, vizų režimo

βίζα στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
vīza, vīzu, vīzas, vīzu režīma

βίζα στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
виза, за виза, визната, визниот, визна

βίζα στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
viză, visa, vize, vizelor, de vize

βίζα στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
vízum, vizum, visa, vizumska, vizumskih postopkov, vizumske obveznosti

βίζα στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
vízum, víza, víz

Στατιστικά δημοτικότητας: βίζα

Τυχαίες λέξεις