Πειθώ στα αγγλικά

Μετάφραση: πειθώ, Λεξικό: ελληνικά » αγγλικά

persuasion
πειθώ στα αγγλικά

Πρόσθετες μεταφράσεις

persuasion, conviction, convincingly, persuasive, convince

Σχετικές λέξεις

Άλλες γλώσσες

Συνώνυμα & Μεταφράσεις

convince
  • πείθω
  • καταπείθω

persuade
  • παραπείθω
  • πείθω

talk into
  • πείθω

determine
  • ορίζω
  • προσδιορίζω
  • καθορίζω
  • πείθω
  • υπολογίζω

Σχετικές λέξεις

πειθώ λεξικό γλώσσας αγγλικά, πειθώ ορισμός, πειθώ jane austen, πειθώ βιβλίο, πειθώ τζέιν όστιν, πειθώ και επιρροή, πειθώ στα αγγλικά

Μεταφράσεις

πειθαρχικός στα αγγλικά - disciplinary, obedient, disciplining, a disciplinary, disciplinary board convened
πειθαρχώ στα αγγλικά - discipline, obey
πεινασμένος στα αγγλικά - hungry, peckish, famished, ravenous
πεινώ στα αγγλικά - hunger, be hungry, hungry, starve
συναρμολόγηση στα αγγλικά - fitting, assemblage, assembly, assembling, assembly of

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Πειθώ στα αγγλικά - Λεξικό: ελληνικά » αγγλικά
Μεταφράσεις: persuasion, persuasion, conviction, convincingly, persuasive, convince