Λέξη: καμάρι

Σχετικές λέξεις: καμάρι

καμάρι σαντορίνη, καμάρι μου, καμάρι αρκαδίας, καμάρι κορινθίας, καμάρι σαντορίνης, καμάρι ξυλοκάστρου, καμάρι πήλιο, καμάρι πηλίου, καμάρι βοιωτίασ, καμάρι μαγνησίας

Συνώνυμα: καμάρι

καμάρι

Μεταφράσεις: καμάρι

αγγλικά
son, pride


ισπανικά
penacho, hijo, orgullo, envanecimiento

γερμανικά
rudel, stolz, hochmut, sohn

γαλλικά
fierté, gendre, orgueil, fils, garçon, ...

ιταλικά
fierezza, figlio, orgoglio, figliolo, superbia

πορτογαλικά
picar, filho, orgulho

ολλανδικά
hoogmoed, zoon, trots

ρωσικά
выходец, уроженец, горделивость, потомок, труженик, ...

νορβηγικά
sønn, stolthet

σουηδικά
stolthet, son

φινλανδικά
poika, ylpeys

δανικά
søn

τσεχικά
zeť, hrdost, chlapec, hoch, syn, ...

πολωνικά
duma, syn, zięć, chluba, honorowość, ...

ουγγρικά
büszkeség, kevélység

τούρκικα
kibir, oğul, gurur

ουκρανικά
виходець, уколи, сине, уродженець, синок

αλβανικά
krenari, biri

βουλγαρικά
показност, замах, самоувереност, хъс, елегантност на

λευκορωσικά
сын

εσθονικά
uhkus, poeg

κροατικά
ponosom, sina, dika, sin, oholost, ...

ισλανδικά
sonur

λατινικά
puer, filius, superbia, natus

λιθουανικά
sūnus

λετονικά
dēls

σλαβομακεδονικά
самоувереност

ρουμανικά
mândrie, fiu

σλοβενικά
sin

σλοβακικά
pýcha, syn

Στατιστικά δημοτικότητας: καμάρι

Τυχαίες λέξεις