Λέξη: κόρνα

Σχετικές λέξεις: κόρνα

κόρνα μοτοσυκλέτας, κόρνα αέροσ, κόρνα αστυνομίας, κόρνα ποδηλάτου, κόρνα ναυτίλος, κόρνα πλοίου, κόρνα γηπέδου, κόρνα αστυνομίας 60w ασύρματη, κόρνα αυτοκινήτου, κόρνα σειρήνα πολυφωνία 10 φωνές

Συνώνυμα: κόρνα

κέρατο, κόρνα, κέρας, κλάξο, πνευστό όργανο

Μεταφράσεις: κόρνα

αγγλικά
horn


ισπανικά
cuerno, trompa, bocina

γερμανικά
hupe, horn, trompete

γαλλικά
angle, trompe, cornet, corne, klaxon, ...

ιταλικά
corno

πορτογαλικά
horizonte, chifre, buzina

ολλανδικά
trompet, hoorn, bazuin

ρωσικά
звукоприемник, рог, горн, рожок, гудок

νορβηγικά
horn, trompet

σουηδικά
horn

φινλανδικά
sakara, tuntosarvi, torvi, sarvi

δανικά
kornet, horn, trompet, signalhorn

τσεχικά
rohovina, klakson, trubka, roh

πολωνικά
klakson, trąba, czułek, róg, tuba, ...

ουγγρικά
szaru, szarv, erekció, autóduda, kürt, ...

τούρκικα
klakson, boynuz, borazan

ουκρανικά
буцати, ріг, ріжок

αλβανικά
bori, bri

βουλγαρικά
рог

λευκορωσικά
рог, моцнага

εσθονικά
ruupor, sarv

κροατικά
rog, rogu

ισλανδικά
horn

λατινικά
cornu

λιθουανικά
trimitas, ragelis, ragas, kornetas

λετονικά
rags, kornete, ragi, taustekļi, taure, ...

σλαβομακεδονικά
рогот

ρουμανικά
cornet, corn

σλοβενικά
paroh

σλοβακικά
paroh, roh, tykadlo

Τυχαίες λέξεις