Λέξη: νύξη

Σχετικές λέξεις: νύξη

νύξη συνώνυμο, έκανε νύξη, η νύξη, νύξη συνώνυμα, νύξη σημασια, νύξη λεξικό

Συνώνυμα: νύξη

νύξη, υπαινιγμός, σύνθημα, στέκα, ουρά, πλεξίδα, ένδειξη, νήμα, ίχνος, μικρή ιδέα περί τίνος, μικρή ιδέα περί κάποιου

Μεταφράσεις: νύξη

αγγλικά
dig, insinuation, innuendo, allusion, hint


ισπανικά
sugerir, consejo, indirecta, alusión, pedrada, ...

γερμανικά
arbeiten, tipp, begreifen, andeutung, anleitung, ...

γαλλικά
travailler, fouir, vestige, conseil, foncer, ...

ιταλικά
riferimento, suggerimento, insinuazione, suggerire

πορτογαλικά
sugestão, escavação, mula, lidar, dificuldade, ...

ολλανδικά
zinspelen, toespeling, arbeiden, opgraven, rooien, ...

ρωσικά
вкрадчивость, вырывать, подрывать, окапывать, рыть, ...

νορβηγικά
vink, grave, hentydning

σουηδικά
gräva, allusion

φινλανδικά
kaivertaa, paukku, käsittää, niksi, vihjaus, ...

δανικά
grave, vink, hentydning

τσεχικά
ponořit, hloubit, pokyn, nápověda, kopat, ...

πολωνικά
niedomówienie, niedopowiedzenie, insynuować, domyślnik, podpowiedź, ...

ουγγρικά
biflázó, kubikos, behízelgés, célozgatás, hivatkozás, ...

τούρκικα
ima

ουκρανικά
посилання, мрячно, удар, натяками, украдливо, ...

αλβανικά
gërmoj

βουλγαρικά
намек

λευκορωσικά
працаваць

εσθονικά
allusioon, näpunäide, müksama, solvang, väljakaevamiskoht, ...

κροατικά
aluzija, nagovještenje, savjet, nagovijestiti, kopati, ...

ισλανδικά
bending, grafa

λατινικά
cavo

λιθουανικά
rausti, kasti

λετονικά
aptvert, saprast

σλαβομακεδονικά
алузијата, алузија, алузии, и алузијата

ρουμανικά
dezgropa, aluzie

σλοβενικά
kopat, kopati

σλοβακικά
narážka

Τυχαίες λέξεις