Λέξη: σκαλίζω

Σχετικές λέξεις: σκαλίζω

σκαλίζω τη μύτη μου, σκαλίζω συνώνυμα

Συνώνυμα: σκαλίζω

σκαλίζω, ψάχνω, χαράσσω, χαράζω, κόβω, τεμαχίζω, κόβω κρέας, εκσκάπτω, εκρίζω, τρώγω, κυνηγώ, διώκω, τρέχω από πίσω, καταδιώκω, λαξεύω, κεντώ, σπρώχνω, πυροβολώ με πολύβολο, δικρανίζω, συλλέγω

Μεταφράσεις: σκαλίζω

αγγλικά
carve, hoe, cultivate


ισπανικά
entallar, cultivar, beneficiar, azadón, cortar, ...

γερμανικά
zerlegen, schnitzen, hacke

γαλλικά
couper, houe, cultivons, ameublir, élever, ...

ιταλικά
marra, zappa, scolpire

πορτογαλικά
lavrar, cultivar, enxada, passatempo, cultive, ...

ολλανδικά
uithakken, beeldhouwen, uithouwen, bewerken, bebouwen, ...

ρωσικά
ваять, гравировать, развивать, возделывать, рыхлить, ...

νορβηγικά
snitte, kultivere

σουηδικά
skära, bruka

φινλανδικά
muokata, jalostaa, kaivertaa, leikata, harjoittaa, ...

δανικά
hakke

τσεχικά
vypěstovat, rozkrájet, pěstovat, obdělávat, kypřit, ...

πολωνικά
gracować, uprawiać, dzielić, motyka, wyrzynać, ...

ουγγρικά
ásni, ásni a, ás, ás a, mélyén

τούρκικα
çapa, oymak

ουκρανικά
обробіть, мотижте, вирізувати, культиватор, ківш, ...

αλβανικά
rrit, skalit, prashis

βουλγαρικά
рови в, ровя в, се рови в, се ровя в

λευκορωσικά
абрабiць

εσθονικά
kõblas, harima, uuristama, nikerdama, kabli, ...

κροατικά
klesanje, gravirati, motika, rezbariti, izrezbariti

ισλανδικά
kafa inn, kafa í, kafa í inn í, kafa í inn, kafa inn í

λατινικά
colo

λιθουανικά
dirbti

λετονικά
kaplis

σλαβομακεδονικά
истражувам во, проникнување во, да истражувам во, проникне во, нурнеме во

ρουμανικά
sapă, sap, cultiva

σλοβενικά
kraje, obdelovati

σλοβακικά
motyka

Τυχαίες λέξεις