Λέξη: υπεκφυγή

Σχετικές λέξεις: υπεκφυγή

υπεκφυγή τι σημαίνει, υπεκφυγή συνωνυμα, υπεκφυγή συνώνυμο, υπεκφυγή σημασία

Συνώνυμα: υπεκφυγή

υπεκφυγή, τέχνασμα, στρεψοδικία, ανακρίβεια, διαστροφή, σοφιστεία, σόφισμα, πολεμίστρα, φορολογική διαφυγή, παλινωδία, αστασία, ιδιοτροπία, αλλαγή, περίοδος εργασίας, στάβλος, φάτνη, κάθισμα, παράπηγμα

Μεταφράσεις: υπεκφυγή

αγγλικά
subterfuge, evasion


ισπανικά
evasión, subterfugio

γερμανικά
ausflucht, umgehung

γαλλικά
excuse, biais, détour, esquive, ruse, ...

ιταλικά
evasione, l'evasione, frode, all'evasione, frodi

πορτογαλικά
evasão, fraude, a evasão, sonegação, a fraude

ολλανδικά
kneep, streek

ρωσικά
увертка, уловка, увёртка, отговорка, обход, ...

νορβηγικά
unndragelser, evasion, unndragelse, unndra

σουηδικά
undanflykt

φινλανδικά
tekosyy, kikka, väistö, veruke

δανικά
kneb

τσεχικά
výmluva, finta, úskok, vyhnutí

πολωνικά
wykręt, unikanie, fortel, omijanie, podstęp, ...

ουγγρικά
kitérés, kijátszás, megkerülés

τούρκικα
kaçırma, kaçakçılığı, evasion, kaçınma, atlatma

ουκρανικά
обхід, виверт

αλβανικά
shmangie, evazioni, evazionit, evazion, evazionin

βουλγαρικά
избягване, измами, на данъци, укриването на данъци, укриване

λευκορωσικά
ухіленне, ўхіленне, ўхіленьне

εσθονικά
maskeering, suitsukate, kõrvalepõiklemine

κροατικά
utaja, izbjegavanje, odstupanje, okolišanje, izgovor

ισλανδικά
undanskot, undanskot frá

λιθουανικά
vengimas, slėpimu, vengimu, vengimą, vengimas mokėti

λετονικά
izvairīšanās, nemaksāšanu, nemaksāšana, nodokļu nemaksāšanu

σλαβομακεδονικά
затајување, евазија, затајувањето, избегнување, затајување на

ρουμανικά
evaziune, evaziunii, evaziunea, a evaziunii, fraudei

σλοβενικά
lest

σλοβακικά
úskok, vyhnutí, únik

Τυχαίες λέξεις