Βολικός στα πορτογαλικά

Μετάφραση: βολικός, Λεξικό: ελληνικά » πορτογαλικά

caber, terno, conveniente, fato, apropriado, confortável, propício, cómodo
βολικός στα πορτογαλικά

Πρόσθετες μεταφράσεις

conveniente, convenientes, cómoda, prático

Σχετικές λέξεις

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

βολικός λεξικό γλώσσας πορτογαλικά, βολικός πάτρα, βολικός διονύσης, βολικός συνώνυμο, βολικός συνώνυμα, βολικός στα πορτογαλικά

Μεταφράσεις

βολβός στα πορτογαλικά - bulbo, lâmpada, bulb, bolbo, lâmpada de, ampola
βολεύω στα πορτογαλικά - dar para alguém agüentar, maré sobre, maré durante, a maré sobre, a maré durante, pleito, servir, fato, ...
βομβαρδίζω στα πορτογαλικά - bombardear, bombardeiam, bombardeá, bombardeia, bombardeie
βομβαρδισμός στα πορτογαλικά - bombardeamento, bombardeio, bombardeamento de, bombardeios, de bombardeamento
φαρμακείο στα πορτογαλικά - farmácia, pharmacy, farmácias, de farmácia, da farmácia, drogar, droga, botica, ...

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Βολικός στα πορτογαλικά - Λεξικό: ελληνικά » πορτογαλικά
Μεταφράσεις: caber, terno, conveniente, fato, apropriado, confortável, propício, cómodo, conveniente, convenientes, cómoda, prático