Λέξη: ευέξαπτος

Σχετικές λέξεις: ευέξαπτος

ευέξαπτος συνώνυμα

Συνώνυμα: ευέξαπτος

ιδιοσυγκρασίας, ευέξαπτος, ευαίσθητος, εύφλεκτος, καύσιμος, οξύθυμος, οργίλος, θυμώδης, νευριασμένος, δύστροπος, νευρικός, εκνευρισμένος, νευροπαθής, νευρώδης

Μεταφράσεις: ευέξαπτος

αγγλικά
excitable, tetchy, irritable


ισπανικά
irritable

γερμανικά
auffahrend, verdrießlich, gereizt, reizbar, verdrossen

γαλλικά
passible, irascible, surexcitable, excitable, irritable, ...

ιταλικά
seccato, irritabile

πορτογαλικά
temperamental, instável, temperamentais, temperamento

ολλανδικά
kregel, balorig, gemelijk, slechtgehumeurd

ρωσικά
темпераментный, раздражимый, обидчивый, впечатлительный, раздражительный, ...

νορβηγικά
irritabel

σουηδικά
temperaments, temperamentsfull, temperamentsfulla, lynnig, temperamental

φινλανδικά
kärttyisä, äreä, ärtyinen, kiukkuinen, kärttyinen, ...

δανικά
temperamentsfuld, sanatorier, temperamentsfulde, temperamentsfuldt

τσεχικά
vznětlivý, citlivý, popudlivý, mrzutý, iritabilní, ...

πολωνικά
wrażliwy, pobudliwy, gniewliwy, popędliwy, drażliwy, ...

ουγγρικά
vérmérsékleti, temperamentumos, szeszélyes, a temperamentumos, temperamentumosak

τούρκικα
huysuz

ουκρανικά
збудливість, дразливий, подразливість, дратівливість

αλβανικά
tekanjoz, temperament, me temperament, i paparashikueshëm, paparashikueshëm

βουλγαρικά
темпераментен, темпераментна, Темпераментната, темпераментния, своенравен

λευκορωσικά
тэмпераментны, темпераментный

εσθονικά
erutuv, hell, närviline, tujukas

κροατικά
razdražljiv, preosjetljiv, uzbudljiv, hirovit

ισλανδικά
skapstór, temperamental

λιθουανικά
temperamentingas, temperamento, temperamentinga, temperamentingi

λετονικά
temperamentīgs, temperamentīgāki, temperamenta, temperamentīgā

σλαβομακεδονικά
темпераментен, темпераментни, темпераментните, темпераментна, темпераментот

ρουμανικά
temperamental, temperamentală, temperamentale, temperamentala, temperament

σλοβενικά
temperamentna, temperamenten, temperamentni, temperamentne

σλοβακικά
dráždivý, podráždený

Τυχαίες λέξεις