Λέξη: θηριώδης

Συνώνυμα: θηριώδης

άγριος, ανήμερος, τίγρειος, τιγροειδής, αιμοβόρος, σκληρός

Μεταφράσεις: θηριώδης

θηριώδης στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
ferocious, brutal, truculent, savage, tigerish

θηριώδης στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
brutal, furioso, feroz, fiero, agresivo, truculento, truculenta, truculent, truculentos

θηριώδης στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
grausam, grimmig, wütend, wild, barbarisch, rabiat, trotzig, aufsässig, truculent, trotzigen, aufsässigen

θηριώδης στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
féroce, brutal, rageur, truculent, barbare, sauvage, brut, acharné, enragé, farouche, furieux, rude, agressif, truculente, truculence, truculents

θηριώδης στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
brutale, aggressivo, truculento, truculent, truculenta, truce

θηριώδης στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
furioso, bravio, gentio, raivoso, fulo, selvagem, truculento, truculenta, truculent, batalhadora, truculentos

θηριώδης στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
doldriftig, nors, onaardig, wild, honds, nurks, woest, dol, verwoed, barbaars, verbolgen, woedend, razend, bars, vechtlustig, truculent, vechtlustige, strijdlustig, braniechtig

θηριώδης στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
отвратительный, зверский, лютый, жестокий, грубый, неприрученный, дикий, сильный, свирепый, животный, неистовый, ужасный, звериный, агрессивный

θηριώδης στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
vill, truculent, standhaftige

θηριώδης στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
vild, brutal, truculent, stridslysten, gubbiga

θηριώδης στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
kiivas, julma, raakalaismainen, villi, hurja, brutaali, raivoisa, raivokas, ankara, vihainen, päällekäyvä, hillitön, hyökkäävä

θηριώδης στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
bidsk, vild, bister, brutal, stridslysten

θηριώδης στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
drastický, zuřivý, divoký, neurvalý, krutý, brutální, surový, sveřepý, bojovný, agresivní

θηριώδης στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
zaciekły, nieuprzejmy, srogi, dziki, okrutny, brutalny, zaczepny, truculent, wojowniczy, agresywny, zadzierzysty

θηριώδης στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
garázda, vad

θηριώδης στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
öfkeli, acımasız, truculent, gaddar, zalim

θηριώδης στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
жорстокий, дикий, дужий, брутальний, сильний, грубий, лютий, звірячий, злісний, безжалісний, люта

θηριώδης στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
brutal, i vrazhdë, vrazhdë, agresiv, i ashpër

θηριώδης στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
свиреп, нападателен, жесток, унищожителен, опърничав

θηριώδης στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
люты, раз'юшаны, разлютаваны, лютая, раз'ятраны

θηριώδης στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
brutaalne, raevukas, jõhker, metsik, julm, pealetükkiv, Solvava

θηριώδης στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
divlji, okrutan, bijesan, nečovječan, grub, brutalan, svirep, borben, prkosan, ratoboran

θηριώδης στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
truculent

θηριώδης στα λατινικά

Λεξικό:
λατινικά
Μεταφράσεις:
trux

θηριώδης στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
barbariškas, žiaurus, laukinis, nuožmus, nirtulingas, agresyvus, Agresyvi, Wojowniczy, Grubus

θηριώδης στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
nežēlīgs, nikns, barbarisks, cietsirdīgs, negants, agresīvs

θηριώδης στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
суров, агресивен

θηριώδης στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
feroce, brutal, truculent, fioros, aprig

θηριώδης στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
brutální, Svirep

θηριώδης στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
surový, divoký, divý, wild
Τυχαίες λέξεις