Λέξη: μολύνω

Σχετικές λέξεις: μολύνω

μολύνω στα αγγλικα, μολύνω μολυνει μολύνει, μολύνω συνώνυμο, μολύνω παρατατικός, μολύνω συνώνυμα, μολύνω αγγλικα, μολύνω αόριστος

Συνώνυμα: μολύνω

μολύνω, μιαίνω, ρυπαίνω, βεβηλώνω, παρελαύνω, λερώνω

Μεταφράσεις: μολύνω

αγγλικά
contaminate, infect


ισπανικά
apestar, infectar, contagiar, contaminar, ensuciar

γερμανικά
infizieren, anstecken, verseuchen, verunreinigen

γαλλικά
ternir, contaminer, infectent, salir, crasser, ...

ιταλικά
appestare, ammorbare, infettare, contagiare

πορτογαλικά
infectar, contagiar, infantaria, contaminar

ολλανδικά
verpesten, besmetten, infecteren, aansteken

ρωσικά
портить, заразить, осквернять, разлагать, загрязнять, ...

νορβηγικά
forurense, infisere, smitte

σουηδικά
besmitta, smitta

φινλανδικά
pilata, saastuttaa, tulehtua, tartuttaa

δανικά
smitte

τσεχικά
znečistit, poskvrnit, kontaminovat, nakazit, zamořit, ...

πολωνικά
zarażać, infekować, skażać, zarazić, zakażać, ...

ουγγρικά
megfertőz, megfertőzni, megfertőzheti, megfertőzi, fertőzik

τούρκικα
bulaştırmak

ουκρανικά
псувати, оскверняти, піхотинець, заражати, розкладати

αλβανικά
infektoj, infektojnë, të infektojnë, infektojë, të infektojë

βουλγαρικά
зарази, заразят, инфектират, инфектира, да зарази

λευκορωσικά
заражаць

εσθονικά
nakkama, saastama, nakatama, reostama

κροατικά
zaprljati, zaraziti

ισλανδικά
smitað, lagst, smita, lagst á, sýkja

λατινικά
contamino

λιθουανικά
užkrėsti, užkrečia, infekuoti, infekuoja, užsikrėsti

λετονικά
inficēt, aplipināt

σλαβομακεδονικά
зарази, инфицираат, заразуваат, да се појават, се појават

ρουμανικά
polua

σλοβενικά
nakazi

σλοβακικά
znečistiť, nakaziť

Τυχαίες λέξεις