Λέξη: γενικός

Σχετικές λέξεις: γενικός

γενικός γραμματέας κυβέρνησης, γενικός δείκτης χα, γενικός γραμματέας αποκεντρωμένης διοίκησης κρήτης, γενικός οικοδομικός κανονισμός, γενικός κανονισμός λιμένα, γενικός γραμματέας υπουργείου υγείας, γενικός διευθυντής, γενικός γραμματέας αποκεντρωμένης διοίκησης αττικής, γενικός επιθεωρητής δημόσιας διοίκησης, γενικός γραμματέας καταναλωτή, γενικός δείκτης

Συνώνυμα: γενικός

γενικός, γένους, παγκόσμιος, καθολικός, περιληπτικός

Μεταφράσεις: γενικός

αγγλικά
overall, general


ισπανικά
entero, universal, público, general, global

γερμανικά
allgemein, generell, overall, general, total, ...

γαλλικά
intégral, d'ensemble, absolu, ensemble, principal, ...

ιταλικά
camice, grembiule, globale, generale, totale, ...

πορτογαλικά
todo, totalitário, geral, universal, total, ...

ολλανδικά
volslagen, volkomen, geheel, universeel, algeheel, ...

ρωσικά
ставка, полководец, главный, нарицательный, общий, ...

νορβηγικά
alminnelig, allmenn, general, generell

σουηδικά
total, general, allmän, generell, hel

φινλανδικά
koko, ylimalkainen, yleinen, yleistä

δανικά
hel, generel, general, almindelig

τσεχικά
úplný, generální, kombinéza, hlavní, povšechný, ...

πολωνικά
generalny, loża, całkowity, makroekonomia, ogólnikowy, ...

ουγγρικά
iskolaköpeny, általában, átfogó, munkaköpeny

τούρκικα
evrensel, genel

ουκρανικά
недокладний, звичайний, загальний, спільний, головний, ...

αλβανικά
përgjithshëm

βουλγαρικά
общ, обща, общия, цяло, общото

λευκορωσικά
генеральны, генэральны

εσθονικά
kindral, tunked, türp, üldine

κροατικά
njemački, opća, opće, sveobuhvatnom, općenito, ...

ισλανδικά
almennur

λατινικά
dux

λιθουανικά
visuotinis, generolas

λετονικά
vispārīgs, vispārējs, ģenerālis

σλαβομακεδονικά
општо, општата, општи, општите, општа

ρουμανικά
general, complet, universal

σλοβενικά
univerzální

σλοβακικά
obyčajný, rámcový, hlavní, celkový, valný

Στατιστικά δημοτικότητας: γενικός

Τυχαίες λέξεις