Ωριαίος στα πορτογαλικά

Μετάφραση: ωριαίος, Λεξικό: ελληνικά » πορτογαλικά

Αρχική γλώσσα:
ελληνικά
Τελική γλώσσα:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
hora, de hora em hora, por hora, a cada hora, horário, horária
Ωριαίος στα πορτογαλικά
Σχετικές λέξεις
Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις: ωριαίος

ωριαίοσ κύκλοσ, ωριαίος χάρτης, ωριαίος λεξικό γλώσσας πορτογαλικά, ωριαίος στα πορτογαλικά

Μεταφράσεις

  • ωραία στα πορτογαλικά - bem, multa, fino, fina, coima
  • ωραίος στα πορτογαλικά - são, bom, nicarágua, agradável, bem, bonito, belo, ...
  • ωριμάζω στα πορτογαλικά - colchão, sazonado, maduro, madura, maduros, maduras, maturidade
  • ωριμότητα στα πορτογαλικά - maturidade, vencimento, prazo, a maturidade, o vencimento
Τυχαίες λέξεις
Ωριαίος στα πορτογαλικά - Λεξικό: ελληνικά » πορτογαλικά
Μεταφράσεις: hora, de hora em hora, por hora, a cada hora, horário, horária