Λέξη: θεωρητικός

Σχετικές λέξεις: θεωρητικός

θεωρητικόσ αντίθετο, βίοσ θεωρητικόσ, θεωρητικός υπολογισμός και μοντελοποίηση θερμοχωρητικότητας και θερμικής αδράνειας σύγχρονου βιοκλιματικού κτιρίου, θεωρητικόσ πληθυσμόσ, θεωρητικός συνώνυμο, θεωρητικός φυσικός, θεωρητικός αντιανθρωπισμός, θεωρητικός προβληματισμός έρευνας, θεωρητικός συνώνυμα, θεωρητικόσ προβληματισμόσ

Συνώνυμα: θεωρητικός

θεωρητικός, φανταστικός, ενδεικτικός, εννοιολογικός, εκκεντρικός, σκεπτικός, κερδοσκοπικός, δογματικός

Μεταφράσεις: θεωρητικός

αγγλικά
speculative, abstract


ισπανικά
especulativo, extracto, abstracto, abstracción, resumen

γερμανικά
zusammenfassung, neugierig, auszug, abstraktion, kurzbeschreibung, ...

γαλλικά
curieux, abstrait, déduire, résumer, spéculatif, ...

ιταλικά
ricavare, sommario, compendio, astratto, astruso, ...

πορτογαλικά
abstracto, curioso, abstracção, abstrair, sumário

ολλανδικά
nieuwsgierig, samenvatting, abstractie, benieuwd, abstract, ...

ρωσικά
спекулятивный, реферат, умозрительный, абстрактный, академичный, ...

νορβηγικά
abstrakt

σουηδικά
resumé, abstraktion, sammandrag, abstrakt

φινλανδικά
abstraktio, spekulatiivinen, abstrakti, pääkohdat, kähveltää

δανικά
abstrakt, abstraktion

τσεχικά
výtah, bádavý, odtažitý, odstranit, spekulativní, ...

πολωνικά
niejasny, streszczenie, streszczanie, spekulacyjny, wydobyć, ...

ουγγρικά
spekulatív, spekulációs

τούρκικα
soyut, meraklı

ουκρανικά
реферат, ризикований, витяг, умоглядний, спекулятивний, ...

αλβανικά
abstrakt

βουλγαρικά
теоретик, теоретик на, теоретикът, теоретичка

λευκορωσικά
тэарэтык, і тэарэтык

εσθονικά
kokkuvõte, oletuslik, spekulatiivne, üldistus, abstraktne

κροατικά
sumnjiv

ισλανδικά
kenningasmiður, sannleikann, um sannleikann

λιθουανικά
abstraktus

λετονικά
abstrakts, ziņkārīgs, zinātkārs

σλαβομακεδονικά
апстракција

ρουμανικά
curios, abstract

σλοβενικά
abstraktní, odstranit, spekulativní

σλοβακικά
obsah, abstraktní, špekulatívni

Τυχαίες λέξεις