Λέξη: κυκλοφορία

Σχετικές λέξεις: κυκλοφορία

κυκλοφορία περιοδικών, κυκλοφορία του αίματος, κυκλοφορία συνώνυμα, κυκλοφορία αθλητικών εφημερίδων, κυκλοφορία πλοίων, κυκλοφορία στο κέντρο, κυκλοφορία καθημερινής, κυκλοφορία κυριακάτικων εφημερίδων 2014, κυκλοφορία εφημερίδων, κυκλοφορία αθήνα

Συνώνυμα: κυκλοφορία

κυκλοφορία, κίνηση, δοσοληψία, εμπόριο, μεταφορά, συγκοινωνία, νόμισμα, νομίσματα, χρήματα, νόμισμα χώρας, συνάλλαγμα

Μεταφράσεις: κυκλοφορία

αγγλικά
circulation, traffic


ισπανικά
tránsito, comercio, circulación, giro, tráfico

γερμανικά
auflage, zirkulation, verkehr, durchblutung, umwälzung, ...

γαλλικά
maquignonnage, commerce, relation, rotation, roulement, ...

ιταλικά
circolazione, traffico, trafficare

πορτογαλικά
circularão, traficar, tradicional, circulação, tráfego

ολλανδικά
omloop, passage, roulatie, circulatie, verkeer

ρωσικά
торговля, движение, фрахт, регулировщик, перевозка, ...

νορβηγικά
omløp, handel, ferdsel, trafikk

σουηδικά
omlopp, trafik

φινλανδικά
kierto, liikenne, kulku, kauppa, verenkierto

δανικά
trafik

τσεχικά
ruch, doprava, obchod, obchodování, provoz, ...

πολωνικά
handlować, ruch, kupczyć, przeszachrować, nakład, ...

ουγγρικά
vérkeringés, közlekedés

τούρκικα
trafik, devir

ουκρανικά
обіг, перевезення, тираж, поводження, звернення, ...

αλβανικά
qarkullim, qarkullimi, qarkullimi i, qarkullimit të, tirazhi

βουλγαρικά
движение, трафик

λευκορωσικά
цыркуляцыя

εσθονικά
vedu, tsirkulatsioon, ringlus, transport

κροατικά
optjecaj, saobraćaj, transport, cirkulacija, opticaj, ...

ισλανδικά
hringrás, umferð, dreifingu, blóðrás, dreifing

λιθουανικά
cirkuliacija, apyvarta, cirkuliacijos, cirkuliacinis, tiražas

λετονικά
transports, satiksme

σλαβομακεδονικά
циркулација, оптек, промет, циркулацијата, циркулацијата на

ρουμανικά
circulaţie

σλοβενικά
promet

σλοβακικά
ruch, doprava, dopravní

Στατιστικά δημοτικότητας: κυκλοφορία

Τυχαίες λέξεις