Λέξη: ταραχή

Σχετικές λέξεις: ταραχή

ταραχή συνώνυμα, ταραχή πανταζής, εσωτερική ταραχή, διπολική ταραχή, youtube ταραχή, ταραχή στίχοι

Συνώνυμα: ταραχή

ταραχή, οχλοκρατική εκδήλωση, οχλαγωγία, στάση, ανακίνηση, αναταραχή, σάλος, πρόσμιξη από ανατάραξη, διατάραξη, αναβρασμός, σύγχιση, βιαιότητα, τρόμος, τρεμούλα, ανησυχία, ταλαιπωρία, φασαρία, πάθηση, μπελάς, έξαψη, σπείρα, κότσος, κουλούρα, έλιξ, αναστάτωση, συγκλονισμός, κατάπληξη, φόβος, κατάπληξη από φόβο, θόρυβος, πανδαιμόνιο, βόρβορος, σύγχυση, έκρηξη, στήριγμα φούστας, φυλακή, φύσημα, μπουρίνι, νιφάς, σειρά, αράδα, στοίχος, καβγάς, φιλονικία, σαματάς, θορυβώδης φιλονικία, σούφρα, πτυχή

Μεταφράσεις: ταραχή

αγγλικά
trepidation, riot, frenzy, apprehension, fuss


ισπανικά
entendimiento, comprensión, aprehensión, furor, aprensión, ...

γερμανικά
witz, getue, aufruhr, gewühl, scherz, ...

γαλλικά
frémissement, bambocher, agitation, idée, tressaillement, ...

ιταλικά
timore, comprensione, arresto, trepidazione, paura, ...

πορτογαλικά
captura, orgia, motim, bacanal, prisão, ...

ολλανδικά
drinkgelag, zwelgpartij, rustverstoring, hechtenis, orgie, ...

ρωσικά
возня, дебош, раж, арест, смекалка, ...

νορβηγικά
vanvidd, frykt, larm, ståk, bråk

σουηδικά
befara, anhållande, frukta, skräck, bråk, ...

φινλανδικά
häly, hyörinä, pelko, mellakka, hysteria, ...

δανικά
skræk, ængstelse, frygt

τσεχικά
bouřit, vzbouřit, povyk, dopadení, ruch, ...

πολωνικά
niepokój, hałas, aresztowanie, obawa, lęk, ...

ουγγρικά
csendháborítás, faksznizás, zaklatottság, lázongás, elfogás

τούρκικα
sefahat, çılgınlık, kargaşalık, anlayış, endişe, ...

ουκρανικά
божевілля, неспокій, непокоєння, метушня, гармидер, ...

αλβανικά
trazirë

βουλγαρικά
бунт, трепет

λευκορωσικά
бунт

εσθονικά
pöörasus, meeletus, tänavarahutus, judin, nääklus, ...

κροατικά
razuzdanost, hapšenje, pojam, bučati, komešanje, ...

ισλανδικά
læti, upphlaup, at, tryllingur

λατινικά
rabies, furor

λιθουανικά
areštas, būgštavimas, orgija

λετονικά
šausmas, arests, bažas, nojauta, orģija, ...

σλαβομακεδονικά
немири, безредија, бунт, за спречување безредија, побуна

ρουμανικά
orgie, arestare, teamă, înţelegere

σλοβενικά
maine, nervóza

σλοβακικά
znepokojení, chápanie, nervozita, nervóza, mánie, ...

Τυχαίες λέξεις