Λέξη: σαθρός

Σχετικές λέξεις: σαθρός

σαθρός στα αγγλικά, σαθρός ετυμολογια, σαθρός λεξικό, νωθρός συνώνυμα, νωθρός συνωνυμο

Συνώνυμα: σαθρός

σάπιος, κλούβιος, επισφαλής, νοσηρός

Μεταφράσεις: σαθρός

σαθρός στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
rotten, unsound

σαθρός στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
podrido, defectuoso, poco sólida, poco sólido, erróneo, errónea

σαθρός στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
faulig, widerlich, scheußlich, mies, morsch, verfault, unsolide, ungesunden, unsound, unsoliden, nicht stichhaltig

σαθρός στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
pourri, infect, putride, bancal, précaire, malsaine, mal fondée, malsain

σαθρός στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
marcio, fradicio, malato, debole, alienato, infondata, infondato

σαθρός στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
doentio, insalubre, doentia, instável, doente

σαθρός στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
verrot, bedorven, rot, ongezond, ondeugdelijk, ondeugdelijke, ongezonde, deugdelijk

σαθρός στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
слабый, отвратительный, поганый, гнилой, испортившийся, испорченный, аховый, выветрившийся, прелый, гадкий, непрочный, тухлый, паршивый, плевый, дрянной, трухлявый, необоснованный, несостоятельна, несостоятельны, несостоятельной, несостоятельными

σαθρός στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
elendig, råtten, unsound, uholdbar, usunt, usunn, uforsvarlig

σαθρός στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
osunt, osunda, osund, osund ekonomisk, ohållbara

σαθρός στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
mätä, kehno, paska, surkea, laho, saastainen, pilaantunut, epävarma, epäterveen, kestämättömiksi, epätervettä, epäterve

σαθρός στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
usund, usunde, uholdbar, uforsvarlig, uholdbart

σαθρός στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
ztrouchnivělý, shnilý, zpuchřelý, zetlelý, prohnilý, zpráchnivělý, trouchnivý, nezdravý, nejistý, nesolidní, chatrný, riskantní

σαθρός στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
kiepski, ropiejący, parszywy, zmurszały, podły, cuchnący, słaby, nietrzeźwy, niezdrowy, wadliwy, błędny

σαθρός στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
egészségtelen, hibás, megalapozatlan, nem körültekintő, ingatag

σαθρός στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
sağlıksız, çürük, unsound, sağlam olmayan, geçersiz

σαθρός στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
вивітрений, огидний, гнилої, необгрунтований, необґрунтований, необгрунтовану, необгрунтована, необгрунтоване

σαθρός στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
prishur, i sëmurë, sëmurë, i prishur, dobet, pathemeluar

σαθρός στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
нездрав, необоснован, нестабилен, несигурен, неспокоен

σαθρός στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
неабгрунтаваны, неабгрунтаваная, неабгрунтаваную

σαθρός στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
mädanenud, mäda, ebaterve, põhjendamatu, alusetu, väär, ebausaldatav

σαθρός στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
nizak, truo, podao, pokvaren, gnjio, pokvareni, nezdrav, manom, nevjerodostojan, neodrživ, bje učvršćen

σαθρός στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
fúinn, óheilbrigð, afleit, unsound, ótraust, talin vera óheilbrigð

σαθρός στα λατινικά

Λεξικό:
λατινικά
Μεταφράσεις:
puter

σαθρός στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
nepagrįstas, nepatikimas, supuvęs, netvirtas, klaidingas

σαθρός στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
sapuvis, nedrošs, nevesels, slims, nestabilām, nepamatota

σαθρός στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
нестручни, нестабилен, несигурна, нездрава

σαθρός στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
putrezit, putred, unsound, nesănătoasă, nesănătoase, nesănătos, nesanatoase

σαθρός στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
Nevjerodostojan, zmotna, neutemeljena, nezdravo, nespametno

σαθρός στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
nezdravý
Τυχαίες λέξεις