Λέξη: στόλος

Σχετικές λέξεις: στόλος

στόλος κυκλοφορούντων οχημάτων 2012, στόλος ολυμπιακής, στόλος ο πολεμικός, στόλος οασθ, στόλος οασθ 2014, στόλος aegean, στόλος της μαύρης θάλασσας, στόλος οχημάτων, στόλος κυκλοφορούντων οχημάτων, στόλος φάντασμα στα νερά της σιγκαπούρης

Συνώνυμα: στόλος

στόλος, αρμάδα, σβέλτος, ναυτικό, πολεμικό ναυτικό

Μεταφράσεις: στόλος

αγγλικά
fleet


ισπανικά
flota, armada

γερμανικά
fahrzeugpark, schnell, flotte

γαλλικά
rapide, marine, prompt, flotte

ιταλικά
flotta, naviglio

πορτογαλικά
fuja, fugir, voar, rápido, frota, ...

ολλανδικά
haastig, gezwind, snel, vlug, gauw, ...

ρωσικά
быстрый, быстроногий, быстротечный, парк, флотилия, ...

νορβηγικά
flåte

σουηδικά
flotta

φινλανδικά
kiitää, häipyä, kadota, nopea, väistyä, ...

δανικά
flåde

τσεχικά
flotila, loďstvo

πολωνικά
flota

ουγγρικά
hajóhad, flotta

τούρκικα
donanma

ουκρανικά
швидкий, минати, бистрий, флотилія, флот

αλβανικά
flotë, flotën, Flota, flotës, flotën e

βουλγαρικά
флота, флот, на флота, парк, автопарк

λευκορωσικά
флот, флёт

εσθονικά
laevastik, flotill, väle

κροατικά
flota, lak, brz, zaljev

ισλανδικά
fljótur, floti

λιθουανικά
laivynas, laivyno, parkas, laivyną, parką

λετονικά
flote, flotes, floti, autoparka

σλαβομακεδονικά
флота, флотата, возен парк, парк, возниот парк

ρουμανικά
flotă, flotei, flota, flote, a flotei

σλοβενικά
flota, Vozni park, ladjevje, flote, floto

σλοβακικά
loďstvo, flotila

Τυχαίες λέξεις