Ακούσιος στα δανικά

Μετάφραση: ακούσιος, Λεξικό: ελληνικά » δανικά

ufrivillig, ufrivillige, ufrivilligt, uforskyldt, utilsigtet
ακούσιος στα δανικά

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

ακούσιος λεξικό γλώσσας δανικά, ακούσιος εγκλεισμός σε ψυχιατρείο, ακούσιος ορισμός, ακούσιος σημαίνει, εκούσιος ακούσιος, ακούσιος εγκλεισμός, ακούσιος στα δανικά

Μεταφράσεις

ακουστική στα δανικά - akustik, akustikken, akustiske, akustisk
ακουστικός στα δανικά - auditive, auditiv, akustiske, lydsignal, auditivt
ακούω στα δανικά - lytte, lyt, lytter, høre, at lytte
ακράδαντα στα δανικά - kraftigt, stærkt, kraftigste, det kraftigste, stærk
φιλαρμονικός στα δανικά - philharmonic, filharmoniker, symfoniorkester, filharmoniske, philharmonikerne

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Ακούσιος στα δανικά - Λεξικό: ελληνικά » δανικά
Μεταφράσεις: ufrivillig, ufrivillige, ufrivilligt, uforskyldt, utilsigtet