Ακούσιος στα ρωσικά

Μετάφραση: ακούσιος, Λεξικό: ελληνικά » ρωσικά

непроизвольный, несвободный, невоенный, безотчетный, ненамеренный, самопроизвольный
ακούσιος στα ρωσικά

Πρόσθετες μεταφράσεις

непроизвольный, невольный, непроизвольное, невольным, невольное

Σχετικές λέξεις

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

ακούσιος λεξικό γλώσσας ρωσικά, ακούσιος εγκλεισμός σε ψυχιατρείο, ακούσιος ορισμός, ακούσιος σημαίνει, εκούσιος ακούσιος, ακούσιος εγκλεισμός, ακούσιος στα ρωσικά

Μεταφράσεις

ακουστική στα ρωσικά - акустика, акустики, акустике, акустику, акустикой
ακουστικός στα ρωσικά - слуховой, слуховые, слуховая, слухового, аудитория, акустический, приятный, акустика, ...
ακούω στα ρωσικά - слушать, прослушать, послушать, прослушивать, прослушивания, заслушивать, расслышать, выслушивать, ...
ακράδαντα στα ρωσικά - сильно, настоятельно, решительно, строго, твердо, крепко, накрепко, прочно, ...
ζεστά στα ρωσικά - горячей, горячий, горячая, горячего, жарко, сердечно, дружественно

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Ακούσιος στα ρωσικά - Λεξικό: ελληνικά » ρωσικά
Μεταφράσεις: непроизвольный, несвободный, невоенный, безотчетный, ненамеренный, самопроизвольный, непроизвольный, невольный, непроизвольное, невольным, невольное