Δικαιοδοσία στα γερμανικά

Μετάφραση: δικαιοδοσία, Λεξικό: ελληνικά » γερμανικά

rechtsprechung, anordnungsbefugnis, gerichtsbarkeit
δικαιοδοσία στα γερμανικά

Πρόσθετες μεταφράσεις

Zuständigkeit, Gerichtsbarkeit, Gerichtsstand, gerichtliche Zuständigkeit, die gerichtliche Zuständigkeit

Σχετικές λέξεις

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

δικαιοδοσία λεξικό γλώσσας γερμανικά, δικαιοδοσία αγγλικά, δικαιοδοσία ορισμός, δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων, δικαιοδοσία ειρηνοδικείου, δικαιοδοσία συνωνυμα, δικαιοδοσία στα γερμανικά

Μεταφράσεις

δικάζω στα γερμανικά - richter, richters, beurteilen, richterin, urteilen, sachverständiger, jurist, ...
δικαίωμα στα γερμανικά - recht, rechts, richtig, rechte, direkt, korrekt, gleich, genau, ...
δικαιολογία στα γερμανικά - entschuldigung, ausrede, vorwand, blocksatz, verzeihen, rechtfertigen, vergeben, ...
δικαιολογώ στα γερμανικά - entschuldigung, ausrede, vorwand, rechtfertigen, verteidigen, begründen, ausrichten, justieren, ...
ναύτης στα γερμανικά - seemann, segler, matrose, sailor, matrosen, teer, seefahrer, ...

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Δικαιοδοσία στα γερμανικά - Λεξικό: ελληνικά » γερμανικά
Μεταφράσεις: rechtsprechung, anordnungsbefugnis, gerichtsbarkeit, Zuständigkeit, Gerichtsbarkeit, Gerichtsstand, gerichtliche Zuständigkeit, die gerichtliche Zuständigkeit