Σταματώ στα πολωνικά

Μετάφραση: σταματώ, Λεξικό: ελληνικά » πολωνικά

Αρχική γλώσσα:
ελληνικά
Τελική γλώσσα:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
przerywać, kratka, zawiesić, zmitygować, utykanie, skontrolować, szach, sprawdzanie, kontrola, pauza, wstrzymywanie, stacja, wstrzymać, stawać, odbojnica, sprawdzian, zatrzymać, stop, powstrzymać, przystanek, przestać
Σταματώ στα πολωνικά
Σχετικές λέξεις
Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις: σταματώ

σταματώ κλίση, σταματώ conjugation, δεν σταματώ, δε σταματώ, σταματάω το κάπνισμα, σταματώ λεξικό γλώσσας πολωνικά, σταματώ στα πολωνικά

Μεταφράσεις

  • σταθμός στα πολωνικά - położenie, posterunek, baza, urząd, stacja, usadzić, radiostacja, ...
  • σταλάζω στα πολωνικά - sączenie, kapanie, ociekać, sączyć, ściekać, cieknąć, ciurkać, ...
  • στασιασμός στα πολωνικά - rokosz, bunt, podburzanie, rozruchy, sedition, podburzania do niepokojów społecznych
  • στασιαστικός στα πολωνικά - buntowniczy, rebeliancki, zbuntowany, buntownicze, buntownicza, zbuntowana
Τυχαίες λέξεις
Σταματώ στα πολωνικά - Λεξικό: ελληνικά » πολωνικά
Μεταφράσεις: przerywać, kratka, zawiesić, zmitygować, utykanie, skontrolować, szach, sprawdzanie, kontrola, pauza, wstrzymywanie, stacja, wstrzymać, stawać, odbojnica, sprawdzian, zatrzymać, stop, powstrzymać, przystanek, przestać