Κατήφεια στα ισλανδικά

Μετάφραση: κατήφεια, Λεξικό: ελληνικά » ισλανδικά

dimma
κατήφεια στα ισλανδικά

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

κατήφεια λεξικό γλώσσας ισλανδικά, κατήφεια σημασια, κατήφεια ετυμολογία, κατήφεια λεξικο, κατήφεια συνώνυμο, κατήφεια στα ισλανδικά

Μεταφράσεις

ενθύμιο στα ισλανδικά - memento
κατέχω στα ισλανδικά - halda, að halda, haldið, haltu, halda inni, eiginn, eigin, eiga
κατήγορος στα ισλανδικά - saksóknara, saksóknari, sækjandi, að saksóknari, saksóknarinn
κατήφορος στα ισλανδικά - brun, bruni, niður, skíðabrekka, skíðabrekka í
καταβάλλω στα ισλανδικά - yfirbuga, yfirbugað, fellt, að yfirbuga, ekki skyggja

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Κατήφεια στα ισλανδικά - Λεξικό: ελληνικά » ισλανδικά
Μεταφράσεις: dimma